Τρεις γενιές Χαλκιάδες μεγάλωσαν και κινήθηκαν με άξονα το δημοτικό τραγούδι. Η τέταρτη γενιά, στην οποία ανήκω, πέρασε και στο λαϊκό και στις ευρωπαϊκές ορχήστρες. Η πέμπτη γενιά που ακολουθεί έχει αποκοπεί εντελώς από το δημοτικό τραγούδι.
Έφυγαν οι μεγάλοι δάσκαλοι. Η μεγάλη σχολή των Χαλκιάδων σταμάτησε γύρω στο 1973-74, όταν πέθανε ο μπαρμπα-Φώτης, ο τραγουδιστής που κρατούσε το συγκρότημα. Στη συνέχεια μεγάλωσε ο πατέρας μου, όπως και τα υπόλοιπα αδέλφια του.
Εγώ ξεκίνησα από πολύ μικρός. Ο πατέρας μου ο Τάσος Χαλκιάς έχασε την πρώτη του γυναίκα και τα δύο παιδιά του όταν οι Γερμανοί βομβάρδισαν τα Γιάννενα το 1941. Εκείνος γλύτωσε επειδή ήταν τραυματίας πολέμου στο νοσοκομείο. Κάποια στιγμή, δύο χρόνια μετά, γνωρίζει τη μάνα μου στα Ζαγόρια και παντρεύονται· εγώ είμαι το πρώτο τους παιδί. Επειδή λοιπόν ο πατέρας μου ένιωθε ανασφαλής, με έπαιρνε παντού μαζί του. Είτε σε μαγαζιά είτε σε πανηγύρια. Μου έκανε την ένεση, δίχως να το καταλάβει.
Όταν έγινα επτά χρόνων μου πήρε μια κιθάρα. Τελειώνοντας το δημοτικό, πίστεψε ότι ήταν λάθος αυτό που έκανε και με έγραψε στη σχολή μηχανικών του εμπορικού ναυτικού. Για να μην του χαλάσω το χατίρι αποφοίτησα από τη σχολή, αλλά έγινα τραγουδιστής.
Από το κλαρίνο με γλύτωσε η μάνα μου. Όταν έλειπε ο πατέρας μου στην Αμερική, έκανα παρέα με τα μεγαλύτερα ξαδέλφια μου, τα οποία έπαιζαν στη Φιλαρμονική Μοσχάτου. Εκεί μου έδωσαν ένα κουαρτίνο, ένα μικρό κλαρίνο. Το κράτησα έξι με οκτώ μήνες, αλλά όταν η μάνα μου κατάλαβε ότι μου γίνεται συνήθεια, μου το έκρυψε και μου είπε ότι θα μου το δώσει για να το επιστρέψω.
Δεν μπορούσε να χωνέψει πως ο πατέρας μου εξαιτίας του κλαρίνου έλειπε διαρκώς από το σπίτι. Στην Αμερική έμεινε χωρίς την οικογένειά του από το 1958 έως το 1963.



