Πάνε χρόνια, πολλά χρόνια. Μια έφηβη γεμίζει με στίχους τα εξώφυλλα των σχολικών βιβλίων, τα θρανία και κάθε σελίδα ή χαρτάκι που βρίσκεται γύρω της. Τα γεμίζει με στίχους, δικούς της στίχους. Οι Πυξ Λαξ συμμετέχουν στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ στην Πολυτεχνειούπολη Ζωγράφου.
Καθαρογράφει τα αγαπημένα της στιχάκια και είναι έτοιμη να πάει να συναντήσει τους Πυξ Λαξ. Τηλεφωνεί στις δίδυμες κολλητές της. Βάζει προσεχτικά τα στιχάκια στην τσάντα της και η καρδιά της χτυπά αφόρητα δυνατά. Φτάνει στην πόρτα.
Οι γονείς όμως της το έχουν απαγορεύσει: «Δεν έχεις να πας πουθενά». Αντίδραση, φωνές, ένταση, κλάματα. Η έφηβη γυρίζει στο δωμάτιό της αλλά το οργισμένο αίμα που κυλά στις φλέβες της την οδηγεί έξω… από το παράθυρο. Ελεύθερη τρέχει στον δρόμο. Έχει αργήσει στο ραντεβού με τις κολλητές, αλλά τα καταφέρνει.
Φτάνουν στον χώρο της συναυλίας. Λαοθάλασσα! Η μικρή σκανάρει τον χώρο. Δεν είναι εκεί για να περάσει καλά. Είναι εκεί για τα στιχάκια της. Γύρω από το stage δεν υπάρχουν κάγκελα, μόνο σεκιούριτι. Πλησιάζει έναν από αυτούς. Του εξηγεί πως θέλει να περάσει. Δεν την αφήνει.
Του λέει ότι δεν θέλει αυτόγραφο. Είναι στιχουργός και θέλει να δώσει στίχους. Εκείνος σκάει στα γέλια. Τη διώχνει. Εκείνη δεν απομακρύνεται. Ούτε η ίδια ξέρει ποιος πρόγονος ξεπήδησε από μέσα της. Λέει στις φίλες της ότι σε λίγο θα «λιποθυμήσει».
Τα κορίτσια παγώνουν. Αρχίζουν να ρωτάνε τι και πώς. Εκείνη δεν εξηγεί, «λιποθυμάει». «Αυθόρμητα» οι φίλες της κάνουν τα προσυμφωνημένα. Ο σεκιούριτι φεύγει να φέρει νερό και τότε εκείνη ορμάει στα παρασκήνια! Οι σεκιούριτι τη βλέπουν. Τρέχουν ξοπίσω της. Τότε εκείνη πέφτει πάνω στον Φίλιππο Πλιάτσικα λέγοντάς του: «Βοήθεια! Με κυνηγάνε».



