Ήταν ένα χειμωνιάτικο μεσημέρι, εκεί στη μέση του σαλονιού ανάμεσα σε παιχνίδια σκορπισμένα παντού και γύρω μου να περιφέρονται σαν δορυφόροι οι δύο μου κόρες. Οι παιδικές φωνές και τα γέλια γεμίζουν τον τόπο ευτυχία και ξέρεις ότι δεν χωράει τίποτα άλλο στο χώρο. Ή έτσι νόμιζα.
Ένα στραβοπάτημα και η μικρή, που δεν είχε ακόμα κατακτήσει την ισορροπία της, μπερδεύεται και πέφτει με τα μούτρα στο πάτωμα. Η συνέχεια γνωστή, κλάματα-μύξες αγκαλιά-μύξες πάνω και σε μένα τώρα. Κάθεται απέναντί μου και μου δείχνει τα χέρια της με τα οποία προσπάθησε να προστατεύσει το κορμί της από την πτώση και τώρα είναι κοκκινισμένα από το χτύπημα.
«Μαμά κοίτα!», έβγαιναν τα λόγια της με αναφιλητά. Και τότε πάγωσε ο χωροχρόνος. Τα χέρια της έγιναν τα δικά μου ο χώρος γέμισε με αναμνήσεις, με τη δική μου μαμά. Σαν τότε που εγώ είχα φάει τα μούτρα μου με το ποδήλατο και στεκόμουν μπροστά της με τα δικά μου «παράσημα» και έλεγα και εγώ με αυτή την παιδικά αφέλεια «μαμά κοίτα!».
Εκείνη με κοίταξε και προσπαθούσε να χαρτογραφήσει όλες τις γρατζουνιές που είχα, όταν σταμάτησε στους ώμους μου. «Να εδώ είναι», μου είχε πει. «Τι βλέπεις;» είχα ρωτήσει.
«Να εδώ είναι το σημάδι. Ήταν στους ώμους σου αλλά τώρα είναι στην καρδιά σου. Τα φτερά σου. Με αυτά μπορείς να πετάξεις παντού. Βάλε στο μυαλό σου κάτι και θα το πετύχεις. Δεν υπάρχει τύχη, το ξέρεις, εμείς τη φτιάχνουμε με τις επιλογές μας. Με αυτά τα φτερά μπορείς να κάνεις τα πάντα. Εγώ θα είμαι πάντα δίπλα σου για να σε βοηθάω να πετάς».
Με φύσηξε απαλά στο πρόσωπο και συμπλήρωσε χαμογελώντας: «Έτσι για να πάρουν τα φτερά σου αέρα, πάντα χρειάζονται λίγο αέρα μετά από μια πτώση, ακόμα και αν είναι με το ποδήλατο».



