Μολονότι πάντοτε έγραφα, καθώς στα νεανικά μου χρόνια πειραματίστηκα με την ποίηση και στη συνέχεια ασχολήθηκα με τη δοκιμιακή και κριτική γραφή, δεν είχα εντέλει προσανατολιστεί στη λογοτεχνία. Εξαιρώ ένα διήγημα. To έγραψα το 2013 για τις ανάγκες μιας ομάδας δημιουργικής γραφής ενός σχολείου, ώστε από τη θέση μου ως συμβούλου φιλολόγων να ενισχύσω αυτή την προσπάθεια. Η αλήθεια είναι ότι υπήρξε, κατά κοινή ομολογία, πετυχημένο και λειτούργησε προωθητικά. Tο αποτέλεσμα ικανοποίησε ιδιαίτερα κι εμένα την ίδια, αφού ήταν κάτι που δεν είχα ξαναδοκιμάσει.
Κατά τα άλλα, το πράγμα έμεινε εκεί. Tα επόμενα χρόνια ουδόλως σκέφτηκα να ασχοληθώ πιο συστηματικά με τη λογοτεχνία.
Στα τέλη του 2021 συνέβη ωστόσο ένα γεγονός που με αναστάτωσε ψυχικά. Επρόκειτο για την πώληση του πατρικού σπιτιού μου στον Χολαργό. Θα γινόταν πολυκατοικία. Μολονότι είχα συναινέσει στην πώληση, δεν μπορούσα κατά βάθος να το πάρω απόφαση και στενοχωριόμουν. Αφού μάλιστα το σπίτι ήταν μια πανέμορφη μονοκατοικία με κήπο, γεμάτη από αναμνήσεις. Ήταν μ’ έναν τρόπο η πατρίδα μου, όπως δικαίως συνηθίζουμε να λέμε για την παιδική ηλικία. Και παρότι ήταν πολύ περισσότερα τα χρόνια που ζούσα μακριά του, ένιωθα ότι ξεριζώνομαι.
Είχα ορκιστεί να μην ξαναπεράσω ποτέ από εκεί και με κανέναν τρόπο δεν ήθελα να βιώσω τη διαδικασία της μετατροπής του σε πολυκατοικία. Ώσπου στις αρχές του 2022, λίγες μέρες μετά την Πρωτοχρονιά, ένας καλός γείτονας και παιδικός μου φίλος μου έστειλε τη φωτογραφία που δημοσιεύεται εδώ. Συνοδευόταν από ένα συμπονετικό και παρηγορητικό μήνυμα: «Μη στενοχωριέσαι. Εκεί που ρίζωσε ο πραγματικός σου εαυτός θα έχεις πάντα ένα σπίτι».
Το μήνυμα με συγκίνησε, όμως η φωτογραφία με συγκλόνισε. Δεν μπορούσε να φύγει από το μυαλό μου. Όλο το βράδυ έμεινα άυπνη από αυτή την εικόνα και δεν ήξερα πώς να τη διαχειριστώ.



