Στην οδό Καραμανλάκη, στα Πατήσια, ήρθα 4 χρόνων. Στην πλατεία Καλλιγά έμαθα πατίνια, ποδήλατο και μπάλα. Η πλατεία ήταν χωμάτινη, με λίγα δεντράκια περιμετρικά· γήπεδο κανονικότατο. Ήρθε ο «οδοστρωτήρας», η ανάπτυξη, και έβαλαν πλακάκι και παρτέρια με πράσινο γύρω γύρω.
Ήρθε και η χούντα το 1967 και τοποθέτησε έναν στρατιωτικό, «φύλακα» της πλατείας, να προσέχει το γκαζόν, να μην το πατάμε και να ελέγχει να μην παίζουμε μπάλα. Σκέτη καταπίεση. Το 1969, για πρώτη φορά, από την τηλεόραση –που λίγοι είχαμε τότε– είδαμε τους πανευρωπαϊκούς αγώνες της Αθήνας που έγιναν στο Καραϊσκάκη. Ύστερα από αυτό σταματήσαμε το ποδόσφαιρο και η πλατεία μας έγινε… στίβος: άλμα εις ύψος, τριπλούν, σκυταλοδρομία.
Μεγαλώνοντας, το γυρίσαμε σε άλλα παιχνίδια: κλέφτες και αστυνόμοι, με κορίτσια και αγόρια σε διαφορετικές ομάδες, αμπάριζα, μακριά γαϊδούρα. Την εποχή που στην Ευρώπη υπήρχε σεξουαλική απελευθέρωση, εμείς είχαμε χούντα. Αλλά από το ’74 και μετά λυσσάξαμε.
Η γιαγιά μου και ο παππούς μου έμεναν στο Καραμανλάκη 12. Το μπαλκονάκι τους ήταν χαμηλό κι εγώ πηδούσα για να πηγαίνω στην πλατεία και να γυρίζω πίσω χωρίς να με καταλαβαίνουν. Η γειτονιά ήταν γεμάτη παιδιά και όλοι ήμασταν μια παρέα. Μετά ξεκίνησαν τα μεγάλα φλερτ.
Είχε μια ταβέρνα, ένα ζαχαροπλαστείο και μια πιτσαρία. Η πλατεία μας ήταν διάσημη εκείνη την εποχή. Θυμάμαι τον Δημήτρη Ψαριανό, που μας ενέπνευσε να μάθουμε κιθάρα. Θαυμάζαμε και την Έλενα Ναθαναήλ, όταν έβγαινε στο μπαλκόνι στην οδό Ολυμπίας με Λευκωσίας. Πήγαινε να ψωνίσει με τις σαγιονάρες της και ήταν μεγάλη μας χαρά να τη βλέπουμε.



