Το 1978 δεν είχαμε ακόμα βαπτισθεί. Σκέτο Κομπανία μας κάλυπτε. Τριγυρνούσαμε ανώνυμοι και αδέσποτοι στις ταβέρνες των Εξαρχείων και της Νεάπολης. Αργότερα στο Παγκράτι, στη Φυλής και στην Κυψέλη. Τρεις πλανόδιοι μουσικοί.
Μπουζούκι, κιθάρα, μπαγλαμάς. Εξορμήσεις σαν αιφνιδιασμός. Μουσικό αντάρτικο πόλεων. Με την πρώτη επίσκεψη, όταν συνέρχονταν από την έκπληξη, έμπαιναν οι όροι της κάθε ταβέρνας.
Στη Φυλής δεν έπρεπε να πούμε πάνω από οκτώ τραγούδια. Για να μην κατσικωθούν οι πελάτες. «Αν θέλετε να ξανάρθετε καμιά ώρα μετά».
Άλλες ήταν πιο χαλαρές και μας άφηναν όπως μας βόλευε. Άλλα στέκια, εκτός από τη συλλογή της ανταμοιβής, το «καπέλο», μας έδιναν και ένα «μπόνους». Άλλες πάλι κέρναγαν. Ήταν και κάποιες που δεν το έβλεπαν σαν «one night stand», αλλά σαν μια πιο μόνιμη σχέση. Ένα γεγονός που θα επαναλαμβανόταν δυο ή τρεις φορές την εβδομάδα. Είχαν κόσμο και τις καθημερινές.
Η σύμπνοια και ο συγχνωτισμός ήταν το χαρακτηριστικό της εποχής. Εύκολα τραγουδούσες και εύκολα γινόσουν παρέα με τους δίπλα. Ζωές διαμπερείς.
Ο Πειναλέων στη Μαυρομιχάλη ήταν από πιο φιλόξενα στέκια. Αγαπητοί και οι ιδιοκτήτες, φίλοι από τα σπουδαστικά χρόνια. Ο Βασίλης Τσιπίδης ηθοποιός. Πόντιος από τα βάθη του Καυκάσου. Και ο Μακάριος Αβδελιώδης, αδελφός του ηθοποιού Δήμου Αβδελιώδη. Του μετέπειτα αναγνωρισμένα ευαίσθητου σκηνοθέτη. Ο Μακάριος, άρτι αφιχθείς από τη Χίο, ήταν ο νέος συνεταίρος. Οικοδεσπότες και οι δύο σε άπειρα «εξωκοινοβουλευτικά» γλέντια.
Την Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου του 1978 χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι. Ήταν ο Περικλής. Ο Κοροβέσης.
– Αύριο απελευθερώνεται ο Νίκος Μπαλής και λέμε να του κάνουμε ένα γλεντάκι. Έρχεστε με τα όργανα;
– Τι ώρα και πού;
– Κατά τις δέκα στον Πειναλέοντα.
Ήμουν βέβαιος πως και τα άλλα δύο τρίτα θα ήταν σύμφωνοι.



