Περπατάω, σαν στα χαμένα, σε ένα θορυβώδες εμπορικό κέντρο. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Έξω βρέχει καταρρακτωδώς. Ένα κορίτσι με τη μητέρα του με πλησιάζουν. Παρατηρώ έκπληκτος πως η γυναίκα κρατάει στα χέρια της κάποιο βιβλίο μου.
Το κοριτσάκι χαμογελάει και με ρωτάει: «Είναι αλήθεια πως γράφετε παραμύθια;» Της απαντάω πως πράγματι γράφω παραμύθια αλλά για μεγάλους.
«Δηλαδή δεν μπορώ να τα διαβάσω εγώ;».
«Μπορείς, απλώς όχι ακόμη».
Με κοιτάζει με απορία και δισταγμό, σαν να θέλει κάτι να ρωτήσει αλλά ντρέπεται. Τελικά το παίρνει απόφαση.
«Μα γιατί γράφετε παραμύθια για μεγάλους;».
«Δεν θα έπρεπε;».
«Μα οι μεγάλοι δεν πιστεύουν στα παραμύθια!».
Η μικρή χαριτωμένη ξανθομαλλούσα είπε την αλήθεια. Οι μεγάλοι δεν πιστεύουν στη μαγεία. Γινόμαστε ενήλικες και πατάμε αυτόματα ένα κουμπί που διαγράφει την παιδική μας ηλικία και ό,τι ονειρικό τη χαρακτηρίζει. Συνειδητοποιώ όμως πως δεν απάντησα στη μικρή πριγκίπισσα.
«Δεν ξέρουν τι τους γίνεται! Οι μεγάλοι είναι ανόητοι, καλή μου, αρκεί μόνο να κοιτάξεις τον κόσμο που έχουν δημιουργήσει» της λέω. Δεν καταλαβαίνει πολλά και με ρωτάει ξανά: «Και γιατί αφού οι μεγάλοι δεν πιστεύουν γράφετε παραμύθια γι’ αυτούς;».
«Μήπως μπορέσω να τους σώσω, καλή μου, γυρίζοντας τους δείκτες του χρόνου πίσω, τότε που ακόμη πίστευαν…» απαντάω.
Η μητέρα της στέκεται δίπλα της σιωπηλή. Κοιτάζει και εκείνη το βιβλίο στα χέρια της, σαν να το βλέπει πρώτη φορά. Ίσως αναρωτιέται πότε ήταν η τελευταία φορά που πίστεψε σε κάτι χωρίς αποδείξεις. Έξω η βροχή δυναμώνει. Οι ήχοι του εμπορικού κέντρου σβήνουν για λίγο μες στο βουητό της. Για μια παράξενη στιγμή όλα μοιάζουν πιο ήσυχα.
«Κι αν δεν θέλουν να σωθούν;» συνεχίζει το κοριτσάκι.



