Η σύνδεσή μου με την Ελλάδα ξεκινά από τα παιδικά μου χρόνια. Από την εποχή που δεν επιτρεπόταν να ταξιδεύουμε έξω από τα σύνορα της Βουλγαρίας προς τις δυτικές χώρες. Ναι, για εμάς τότε η Ελλάδα ήταν η «Δύση». Παρόλο που βρίσκεται νότια. Στην πολιτική ακόμη και οι κατευθύνσεις του κόσμου δεν είναι φυσιολογικές.
Οι πρώτες αναμνήσεις μου από την Ελλάδα συνδέονται με την προγιαγιά μου, τη Βασιλική. Ή Βασίλκα, όπως τη φώναζαν στη γενέτειρά μου, το Γιαμπόλ. Καταγόταν από το χωριό Αβρέν, κοντά στη Σηλυβρία, απ’ όπου η οικογένειά της αναγκάστηκε να φύγει μετά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο το 1913. Εγκαταστάθηκαν στο Γιαμπόλ. Εκεί γνώρισε τον προπάππου μου, επίσης πρόσφυγα, γεννημένο στην Τσατάλτζα, που σήμερα ανήκει στην ευρύτερη μητροπολιτική ζώνη της Κωνσταντινούπολης. Παντρεύτηκαν και γεννήθηκε η γιαγιά μου Σοφία, μητέρα της μητέρας μου.
Πολλές ιστορίες για την Ελλάδα άκουγα από τον θείο Ζήσο. Μία από τους πιο κοντινούς συγγενείς μας, η ξαδέλφη της μητέρας μου Ρουμιάνα, είναι παντρεμένη με έναν Έλληνα, τον Ζήσο Στεφόπουλο. Παιδί Ελλήνων πολιτικών προσφύγων μετά τον Εμφύλιο, γεννήθηκε στη Βουδαπέστη και αργότερα μετοίκησε με την οικογένειά του στη Βουλγαρία, στο Γιαμπόλ, όπου τελείωσε το σχολείο και στη συνέχεια το πανεπιστήμιο. Παντρεύτηκε την ξαδέλφη της μητέρας μου και υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που επηρέασαν βαθιά τα παιδικά μου χρόνια.
Μετά το 1990 ο θείος μετακόμισε με την οικογένειά του στην Ελλάδα. Εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια ζουν στη Θεσσαλονίκη. Όπως βλέπετε, από την πλευρά της μητέρας μου οι δεσμοί μου με την Ελλάδα είναι ισχυροί. Είναι δεσμοί αίματος.



