Στον βαλκανικό χώρο η ιστορία σπάνια κινείται σε ευθεία γραμμή. Διασχίζει σύνορα, μετατοπίζει πληθυσμούς, επαναλαμβάνεται μέσα από διαφορετικές γενιές. Από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τις σύγχρονες μεταναστευτικές διαδρομές τα ίδια τοπία φιλοξενούν διαδοχικά κύματα ανθρώπων που μετακινούνται, εκτοπίζονται ή αναζητούν καταφύγιο.
Η ταινία μου Βαγόνια στη βροχή επιχειρεί να καταγράψει αυτήν τη μακρά ιστορία μετακινήσεων μέσα από μια ανθρωπογεωγραφική ματιά στον βαλκανικό χώρο. Έναν χώρο όπου οι πολιτικές συγκρούσεις, οι αλλαγές συνόρων και οι εθνικές ανακατατάξεις επηρέασαν βαθιά τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.
Αφετηρία της αφήγησης αποτελούν δύο προσωπικές μαρτυρίες που λειτουργούν ως ιστορικοί άξονες. Η μαρτυρία του Ιωάννη Πασχαλιά, ενός εφήβου από μια κωμόπολη της Μακεδονίας, ο οποίος εκτοπίστηκε το 1916 στο Ποζάρεβατς της Σερβίας ως όμηρος κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Και η μαρτυρία της Crystyna Gil, μιας Ρομά που γεννήθηκε σε χωριό της Σερβίας και εκτοπίστηκε το 1942 σε ηλικία πέντε ετών, πρώτα σε ναζιστικό γκέτο και αργότερα σε στρατόπεδο εξόντωσης.
Αυτές οι δύο παιδικές εμπειρίες βίας και εκτοπισμού, παρότι χωρίζονται από έναν πόλεμο και μια γενιά, συναντιούνται στην ταινία. Συναντιούνται ως κομμάτια της ίδιας ιστορικής συνέχειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της συνέχειας ήταν ο Ρομά μουσικός Μήτσος Χίντζος. Ο σπουδαίος ζουρνατζής υπήρξε όμηρος τόσο στον Πρώτο όσο και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Έτσι λοιπόν οι όμηροι του Ποζάρεβατς του Μεγάλου Πολέμου «συναντιούνται» με τους Ρομά ομήρους και εκτοπισμένους του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Αλλά και με τους εκτοπισμένους των πολέμων της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1990. Η ιστορική αυτή αλυσίδα φτάνει έως τις σημερινές μεταναστευτικές και προσφυγικές διαδρομές της δεκαετίας του 2020. Όταν νέοι πληθυσμοί διασχίζουν τον ίδιο γεωγραφικό χώρο αναζητώντας ασφάλεια και επιβίωση.



