Δεν είχα κάποια ιδιαίτερη σχέση με το Σωτηρία, ούτε χρειάστηκε ποτέ να το επισκεφθώ. Στην πολύ μακρινή επαρχία (νομός Πέλλας, κοινότητα Δυτικού) η διαμονή μου. Με αραιές καθόδους στην Αθήνα, κυρίως για λόγους συγγραφικών υποχρεώσεων και παρουσιάσεων βιβλίων.
Ό,τι λοιπόν ήξερα, ήταν αυτά που δεξιά-αριστερά διάβαζα για τη φυματίωση, τις άθλιες συνθήκες της παραγκούπολης που αναπτύχθηκε εκεί κατά τη δεκαετία του ’20 και τη νοσηλεία της Μαρίας Πολυδούρη.
Το θέμα του βιβλίου προέκυψε μια οκταετία πριν, όταν τυχαία έπεσα στην πληροφορία για την εκτέλεση των αναπήρων. Στις 30 Νοεμβρίου 1943 γερμανικές δυνάμεις κατοχής, μαζί με δωσίλογους, εισέβαλαν στα νοσοκομεία, συνέλαβαν και εκτέλεσαν πολεμιστές του αλβανικού μετώπου με τη δικαιολογία ότι είχαν συστήσει ομάδες μαυραγοριτών. Στην πραγματικότητα ήθελαν να απαλλαγούν από την πίεση που ασκούσαν οι οργανωμένοι πλέον στο ΕΑΜ ανάπηροι, που δεν έχαναν ευκαιρία να μετέχουν σε μαζικές δράσεις κατά του κατακτητή, όπως ο εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου 1941 ή η διαδήλωση ενάντια στην προσάρτηση της Μακεδονίας από τους Βούλγαρους.
Είναι όμως αφανείς οι διαδικασίες της γραφής, θέλουν τον χρόνο και την ωρίμανσή τους. Ενίοτε δε λειτουργούν εν αγνοία ακόμη και του συγγραφικού υποκειμένου για να το φέρουν ενώπιον θεμάτων, προσώπων και ιστοριών που ούτε καν θα μπορούσε να υποψιαστεί ότι συνδέονται μεταξύ τους.
Και κάπως έτσι το Νοσοκομείο Σωτηρία μετεξελίχθηκε από χώρο θεραπείας των φυματικών σε σκηνικό φόντο της ταξικής, ιστορικής, υπαρξιακής και ερωτικής διαπάλης των ηρώων μου και ακόμη περισσότερο έγινε το θέατρο της σχετικά πρόσφατης ιστορίας του τόπου.



