Κάθομαι οκλαδόν σε μια ξύλινη πολυθρόνα στο πατρικό μου. Παρακολουθώ αποσβολωμένος την οθόνη της τηλεόρασης. Δύο στρατιώτες έχουν ακινητοποιήσει ένα παιδί και του σπάνε τους αγκώνες με μια μεγάλη πέτρα (1). Ταυτόχρονα ακούω τη μαμά μου να κλαίει με υπόκωφους λυγμούς, έναν συγκεκριμένο τύπο κλάματος που είναι προϊόν οργής. Είναι το κλάμα που ξεσπάει όταν σε πνίγει το δίκιο. Αυτό το κλάμα έχω πάρει από τη μάνα μου. Κι εγώ από τότε έτσι κλαίω. Ήμουν εννιά χρόνων.
Έξι χρόνια αργότερα. Κατεβαίνω τέσσερα σκαλιά και μπαίνω πρώτη φορά σε ένα υπόγειο βιβλιοπωλείο στη Βαλτετσίου (2). Η μυρωδιά χαρτιού που έχει μουλιάσει από την υγρασία μου κλείνει τα ρουθούνια. Ένας κύριος, με κάθετες ρυτίδες που ενώνουν τις άκρες της μύτης του με τις άκρες των χειλιών του, κατεβάζει τα γυαλιά του και με χαιρετά με ένα νεύμα.
Μου φαίνεται αιώνιος και σοφός, ένας τεμπέλης δράκος που προτιμά να μελετά αντί να κυνηγά ιππότες. Εγώ είχα πρόθεση να κυνηγήσω ιππότες, αλλά με είχε δασκαλέψει η μάνα μου πως το κυνήγι απαιτεί διάβασμα. Πήρα το πρώτο βιβλίο που βρήκα μπροστά μου και έφυγα αμήχανος. Στην πλατεία βρήκα φίλους που είχαν βάλει κι αυτοί στο μάτι τους ιππότες.
Καλοκαίρι, Αύγουστος. Είμαστε σε παραλία στην Εύβοια. Ένας φίλος μου χαρίζει το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος του Πρίμο Λέβι. Το διαβάζω και νιώθω σαν κάποιος να ζουλάει την καρδιά μου σφιχτά στη χούφτα του, μέχρι που αδειάζει από το ζεστό της αίμα. Ύστερα από αυτό το συμβάν κατανοώ πως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Τον Σεπτέμβρη επιστρέφω, κάποια χρόνια μεγαλύτερος, πίσω στην Αθήνα.
Τις δύο τελευταίες τάξεις του λυκείου –και αφού έχω αλλάξει ήδη δύο σχολεία έπειτα από αποβολές για τις μαθητικές καταλήψεις το 1995 και το 1996– τις περνάω διαβάζοντας κρυφά εξωσχολικά βιβλία μες στην τάξη.



