Skip to content
Home » Μια προσωπική μου ιστορία στο Σινέ Παλάς στο Παγκράτι

Μια προσωπική μου ιστορία στο Σινέ Παλάς στο Παγκράτι

    Μια προσωπική μου ιστορία στο Σινέ Παλάς στο Παγκράτι

    Published

    Μια προσωπική μου ιστορία στο Σινέ Παλάς στο Παγκράτι

    Published
    Ο Βασίλης Κεκάτος μοιράζεται μια πολύ ιδιαίτερη προσωπική του στιγμή στον κινηματογράφο Παλάς στο Παγκράτι, τον δεύτερο παλαιότερο σωζόμενο κινηματογράφο της Ελλάδας, χτισμένος το 1925, που απειλείται με κατεδάφιση

    Στην πιο ζεστή μέρα του χρόνου και σε μια εποχή κατά την οποία η κατάσταση στο ελληνικό σινεμά είναι εμφυλιακή για όλους τους λάθος λόγους θυμήθηκα μια ιστορία που με έκανε να ξαναβρώ την πίστη μου στους ανθρώπους που αγαπούν και πολεμούν καθημερινά για να συνεχίσει να υπάρχει ο κινηματογράφος στις γειτονιές και στη ζωή μας.

    Τις μέρες των Χριστουγέννων του 2013 αισθανόμουν τόσο μικρός που θα μπορούσα με ευκολία να χωρέσω και να εξαφανιστώ μες στις σκοτεινές πτυχές της τσέπης του παλτού μου. Δεν θα ξεχώριζα από τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου ή τα νομίσματα που κουδούνιζαν πάνω μου, χωρίς να τους δίνω σημασία. Υπηρετούσα στον στρατό και είχα πειστεί πως η ύπαρξή μου είχε ελάχιστη σημασία. Ίδιος με εκατοντάδες αγόρια που το κρύο σκέπαζε τα ξυρισμένα τους κεφάλια με μόνη έγνοια πότε θα φάω, πότε θα κοιμηθώ και πότε θα απολυθώ. Οι γιορτινές μέρες είχαν ανέκαθεν παραπάνω μελαγχολία. Εκείνη τη χρονιά όμως οι μέρες αυτές ήταν τόσο στριμωγμένες που ήταν απίθανο να καταφέρει να τρυπώσει ανάμεσα τους η ομορφιά.

    Ένα βράδυ από αυτά είχα βρεθεί με άδεια στην Αθήνα. Δεν είχε όμως καμία διαφορά αν είχα άδεια ή όχι. Το μόνο που σκεφτόμουν είναι πως ο χρόνος κυλάει σαν αυτοκίνητο κολλημένο σε λασπωμένο δρόμο. Δεν είχα όρεξη να δω τους φίλους μου, να πάω για φαγητό ή να βγω για ποτό. Δεν μιλούσα με κανέναν και η μόνη μου δυνατότητα να δραπετεύσω για λίγο ήταν να πάω μόνος μου σε κάποιο σινεμά. Ψάχνοντας για κάποιον κινηματογράφο που να είναι κοντά στο σπίτι που με φιλοξενούσε, διάλεξα έναν στο Παγκράτι που έπαιζε μια ταινία για την οποία δεν γνώριζα τίποτε.

    Όταν έφτασα εκεί, δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Στο ταμείο ήταν μια κυρία μεγάλης ηλικίας με πολυεστιακά γυαλιά. Είχα φτάσει λίγο νωρίτερα και έτσι περίμενα απέξω, ανάβοντας ένα τσιγάρο. Η κυρία, που δεν ήταν σίγουρη αν βρίσκομαι εκεί για να παρακολουθήσω την ταινία, με ρώτησε ευγενικά αν σκεφτόμουν να μπω μέσα. Της είπα πως γι’ αυτό ήμουν εκεί. Τότε εκείνη μου αποκρίθηκε πως δεν έχει έρθει κανένας άλλος για την προβολή και με ρώτησε αν είχα πρόβλημα να τη δω μόνος μου. Της είπα πως μια ιδιωτική προβολή σε μια άδεια μεγάλη αίθουσα ήταν ακριβώς ό,τι χρειαζόμουν.

    Τότε, σαν να προσπαθούσε να με αποθαρρύνει, μου προσέθεσε με μια ελαφριά ντροπή πως έχει χαλάσει η θέρμανση και αναρωτήθηκε αν θα είχα πρόβλημα με αυτό, δεδομένου ότι έκανε παγωνιά. Της είπα πως τα τελευταία βράδια κοιμάμαι σχεδόν αποκλειστικά σε στρατόπεδα και φυλάκια, οπότε το κρύο είναι το τελευταίο πράγμα που με απασχολεί. Εκείνη μου χαμογέλασε τρυφερά. Σχεδόν μητρικά.

    Η ταινία που είχα παρακολουθήσει ήταν οι «Ομπρέλες του Χερβούργου» του Ζακ Ντεμί. Το σινεμά όπου τελέστηκε το χριστουγεννιάτικο θαύμα ήταν το Παλάς

    Μόλις μπήκα στην αίθουσα, αισθάνθηκα σαν να παίζω σε κάποια αμερικανική ταινία της δεκαετίας του ’50. Ήταν το πιο όμορφο σινεμά που είχα βρεθεί ποτέ μου. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως υπήρχε τέτοιο μέρος στην Αθήνα. Πόσο μάλλον πως για τις επόμενες ώρες θα το έχω όλο αποκλειστικά για μένα. Αναμένοντας, παρατηρούσα γοητευμένος τη φινετσάτη περιρρέουσα αισθητική του. Το κυανό γυαλιστερό πάτωμα, τα κόκκινα βελούδινα καθίσματα με τις χρυσαφί λεπτομέρειες, τους ροζ και τους γαλάζιους τοίχους.

    Το κρύο όμως ήταν πράγματι τσουχτερό. Κάθε φορά που ανάσαινα, απελευθερωνόταν από τα χείλη μου μια μικρή ασημένια αχλή η οποία διαλυόταν αργά. Θυμήθηκα πώς με αυτό τον τρόπο παρίστανα ότι κάπνιζα τα παιδικά μου χρόνια, όταν ερχόταν ο βαρύς χειμώνας. Τα πόδια μου σύντομα άρχισαν να τρέμουν και μέσα μου ξεκίνησα να αναρωτιέμαι αν έκανα καλά που δέχτηκα να μπω. Σαν να εισακούστηκε η ανησυχία μου, ένας αδύναμος, γλυκός από μηχανής θεός, εμφανίστηκε από την κεντρική πύλη με τη μορφή ενός ηλικιωμένου άντρα. Με αργό βήμα έσερνε μια σόμπα, από αυτές που είχαν τα πολύ παλιά σπίτια του παππού ή της γιαγιάς μας.

    Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ο κύριος αυτός έφερε τη σόμπα και την άφησε ακριβώς στα πόδια μου, για να μην κρυώνω όσο παρακολουθώ την ταινία. Σε κάθε μου απόπειρα να πω «ευχαριστώ», εκείνος με διέκοπτε με ευγενική αυθάδεια που θα άρμοζε σε έναν gentleman μιας πολύ μακρινής εποχής. Ζεστάθηκα μέχρι το μεδούλι. Εκείνος αποχώρησε διακριτικά και πήγε στο δωμάτιο του εξώστη για να ξεκινήσει την προβολή. Αμέσως η οθόνη πλημμύρισε με πανέμορφες εικόνες, χρώματα και μουσικές.

    Ο κύριος στο διάλειμμα με κέρασε ζεστό τσάι και μου διηγήθηκε την ιστορία του κινηματογράφου και της οικογένειάς του. Επέστρεψα στην αίθουσα και βγήκα σαν μαγεμένος μόνο όταν τελείωσε το roll με τους τίτλους όλων των συντελεστών.

    Αποχαιρέτησα ζεστά τον κύριο και την αδελφή του και μπήκα στο πρώτο ταξί που σταμάτησε στο σινιάλο μου. Σκεφτόμουν πόσο ασήμαντο πράγμα είναι η στρατιωτική θητεία, πόσο σκληρό είναι να αυτοτιμωρούμαι με επιπρόσθετες ώρες μοναξιάς, πόσο τυχερός είμαι που ζω και που υπάρχει ο κινηματογράφος. Καθώς κοίταζα την πόλη να ταξιδεύει νωχελικά προς την αντίθετη κατεύθυνση από μένα, συνέβη το πιο απροσδόκητο πράγμα. Άρχισε να χιονίζει. Μου φαινόταν ασύλληπτο. Το χιόνι έπεφτε σαν λευκό κομφετί από τον ουρανό και η αττική νύχτα έγινε ξαφνικά η πιο φωτεινή γιορτή.

    Η ταινία που μόλις είχα παρακολουθήσει ήταν οι Ομπρέλες του Χερβούργου του Ζακ Ντεμί, ένα φιλμ που αγάπησα όσο πολύ λίγα στη ζωή μου. Και το σινεμά στο οποίο τελέστηκε αυτό το μικρό θαύμα των Χριστουγέννων ήταν το Σινέ Παλάς.

    Πριν από μερικές μέρες «κοιμήθηκε» ο κύριος Ματθαίος Πόταγας. Ο ρομαντικός ιδιοκτήτης με τη σόμπα, το ζεστό τσάι και τις πλούσιες ιστορίες.

    Ας μην αφήσουμε το Παλάς να αποκοιμηθεί μαζί του.
    Ας το κρατήσουμε λίγο ακόμη ξύπνιο, για να μπορούμε να ονειρευόμαστε κι εμείς μαζί του.
    Ας μην αφήσουμε κανένα σινεμά να αποκοιμηθεί. Και πιο πολύ απ’ όλα το ίδιο το ελληνικό σινεμά.

    •••

    O Bασιλής Κεκάτος δημοσίευσε την παραπάνω ιστορία του στην προσωπική του σελίδα στο Facebook στις 30 Ιουνίου 2021.

    Στις 20/5/2026 η Διεύθυνση Αναστήλωσης Μουσείων και Τεχνικών Έργων του Υπουργείου Πολιτισμού προχώρησε στην έκδοση απόφασης για τον «μη χαρακτηρισμό ως μνημείου του Κινηματογράφου Πάλας». Περισσότερες πληροφορίες για την προσπάθεια διάσωσης του Κινηματογράφου Παλάς μπορείτε να βρείτε εδώ: Κίνηση για τη Διάσωση του Κινηματογράφου ΠΑΛΑΣ Παγκρατίου.

    banner_300_250
    Picture of Βασίλης Κεκάτος
    Ο Βασίλης Κεκάτος είναι σκηνοθέτης

    MORE STORIES

    Γιώργος Κρασσακόπουλος Evia Film Project Shortstoriesgr Αιδηψός
    Short

    Tα καλοκαίρια μου στην Αιδηψό για το Evia Film Project

    Ο Γιώργος Κρασσακόπουλος αφηγείται στο Short Stories πώς η «ιαματική» Αιδηψός μπήκε στον χάρτη των διεθνών κινηματογραφικών φεστιβάλ με το Evia Film Project, το οποίο αποτελεί πλέον σημαντικό κομμάτι των καλοκαιριών της

    Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης shortstories Ολύμπιον
    Short

    Εμείς και τα άβολα καθίσματα του Ολύμπιον

    Η Ελίζ Ζαλαντό αφηγείται στο Short Stories τη «συγκρουσιακή» σχέση της με τα καθίσματα του ιστορικού κινηματογράφου Ολύμπιον και την ιστορία της αλλαγής τους με γνώμονα, από την πρώτη μέρα που ανέλαβε τα καθήκοντά της, την άνεση των θεατών

    Short

    Tέσσερις γενιές δοσμένες στον κινηματογράφο

    Η Ελένη Σιταρά παραθέτει στο Short Stories την ιστορία της οικογένειας Αμπρογιάν-Σιταρά που από τις φλόγες της καταστροφής της Σμύρνης βρέθηκε στην Ελλάδα να ασχολείται με κινηματογραφικές αίθουσες πάνω από 100 χρόνια

    Short

    Ρέκβιεμ για τον κινηματογράφο Ιντεάλ που τον «έκαψε» ο ΕΦΚΑ

    Ο σκηνοθέτης Νίκος Θεοδοσίου ξεδιπλώνει για το Short Stories την πολύπαθη ιστορία του κινηματογράφου Ιντεάλ που μπορεί να συνέχισε να λειτουργεί ύστερα από τέσσερις πυρκαγιές, αλλά δεν γλίτωσε από τη λαίλαπα του gentrification