Στην πιο ζεστή μέρα του χρόνου και σε μια εποχή κατά την οποία η κατάσταση στο ελληνικό σινεμά είναι εμφυλιακή για όλους τους λάθος λόγους θυμήθηκα μια ιστορία που με έκανε να ξαναβρώ την πίστη μου στους ανθρώπους που αγαπούν και πολεμούν καθημερινά για να συνεχίσει να υπάρχει ο κινηματογράφος στις γειτονιές και στη ζωή μας.
Τις μέρες των Χριστουγέννων του 2013 αισθανόμουν τόσο μικρός που θα μπορούσα με ευκολία να χωρέσω και να εξαφανιστώ μες στις σκοτεινές πτυχές της τσέπης του παλτού μου. Δεν θα ξεχώριζα από τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου ή τα νομίσματα που κουδούνιζαν πάνω μου, χωρίς να τους δίνω σημασία. Υπηρετούσα στον στρατό και είχα πειστεί πως η ύπαρξή μου είχε ελάχιστη σημασία. Ίδιος με εκατοντάδες αγόρια που το κρύο σκέπαζε τα ξυρισμένα τους κεφάλια με μόνη έγνοια πότε θα φάω, πότε θα κοιμηθώ και πότε θα απολυθώ. Οι γιορτινές μέρες είχαν ανέκαθεν παραπάνω μελαγχολία. Εκείνη τη χρονιά όμως οι μέρες αυτές ήταν τόσο στριμωγμένες που ήταν απίθανο να καταφέρει να τρυπώσει ανάμεσα τους η ομορφιά.
Ένα βράδυ από αυτά είχα βρεθεί με άδεια στην Αθήνα. Δεν είχε όμως καμία διαφορά αν είχα άδεια ή όχι. Το μόνο που σκεφτόμουν είναι πως ο χρόνος κυλάει σαν αυτοκίνητο κολλημένο σε λασπωμένο δρόμο. Δεν είχα όρεξη να δω τους φίλους μου, να πάω για φαγητό ή να βγω για ποτό. Δεν μιλούσα με κανέναν και η μόνη μου δυνατότητα να δραπετεύσω για λίγο ήταν να πάω μόνος μου σε κάποιο σινεμά. Ψάχνοντας για κάποιον κινηματογράφο που να είναι κοντά στο σπίτι που με φιλοξενούσε, διάλεξα έναν στο Παγκράτι που έπαιζε μια ταινία για την οποία δεν γνώριζα τίποτε.
Όταν έφτασα εκεί, δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Στο ταμείο ήταν μια κυρία μεγάλης ηλικίας με πολυεστιακά γυαλιά. Είχα φτάσει λίγο νωρίτερα και έτσι περίμενα απέξω, ανάβοντας ένα τσιγάρο. Η κυρία, που δεν ήταν σίγουρη αν βρίσκομαι εκεί για να παρακολουθήσω την ταινία, με ρώτησε ευγενικά αν σκεφτόμουν να μπω μέσα. Της είπα πως γι’ αυτό ήμουν εκεί. Τότε εκείνη μου αποκρίθηκε πως δεν έχει έρθει κανένας άλλος για την προβολή και με ρώτησε αν είχα πρόβλημα να τη δω μόνος μου. Της είπα πως μια ιδιωτική προβολή σε μια άδεια μεγάλη αίθουσα ήταν ακριβώς ό,τι χρειαζόμουν.
Τότε, σαν να προσπαθούσε να με αποθαρρύνει, μου προσέθεσε με μια ελαφριά ντροπή πως έχει χαλάσει η θέρμανση και αναρωτήθηκε αν θα είχα πρόβλημα με αυτό, δεδομένου ότι έκανε παγωνιά. Της είπα πως τα τελευταία βράδια κοιμάμαι σχεδόν αποκλειστικά σε στρατόπεδα και φυλάκια, οπότε το κρύο είναι το τελευταίο πράγμα που με απασχολεί. Εκείνη μου χαμογέλασε τρυφερά. Σχεδόν μητρικά.



