Ο άνθρωπος που μου διηγήθηκε αυτή την ιστορία κάποτε ήταν νεαρός ανθυποπλοίαρχος που κοιτούσε τους ωκεανούς από τη γέφυρα ενός πλοίου με απορία για όσα κρύβονταν πίσω από τον ορίζοντα. Πλέον είναι ένας έμπειρος διευθυντής μεγάλης ναυτιλιακής εταιρείας, έχοντας αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στη θάλασσα. Μου αφηγήθηκε την ιστορία κάποιο βράδυ στον Πειραιά. Δεν τη διηγήθηκε σαν να μνημόνευε απλώς ένα ακόμη περιστατικό της καριέρας του. Αλλά σαν μια ανάμνηση που δεν έπαψε ποτέ να τον συνοδεύει. Γιατί υπάρχουν ιστορίες που με τα χρόνια δεν μικραίνουν· βαραίνουν. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ένα φορτηγό πλοίο ταξίδευε κοντά στις ακτές της Ιαπωνίας.
Ήταν μια εποχή χωρίς δορυφόρους και προηγμένα ηλεκτρονικά συστήματα, όταν η θάλασσα παρέμενε ένας κόσμος αβεβαιότητας, εμπειρίας και ενστίκτου.
Το πλοίο δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερο. Ούτε το πλήρωμά του διέφερε από χιλιάδες άλλους ναυτικούς που μετρούσαν τη ζωή τους με ταξίδια, λιμάνια και επιστροφές. Το κατάστρωμα ήταν η δεύτερη πατρίδα τους.
Εκείνο το πρωινό ο ουρανός είχε το χρώμα του κασσίτερου. Ο άνεμος άλλαζε ανεπαίσθητα. Οι παλιοί κατάλαβαν πριν από τα όργανα ότι ο καιρός ετοίμαζε κάτι δύσκολο.
Καθώς οι ώρες περνούσαν, τα κύματα δυνάμωναν. Οι μηχανές συνέχιζαν τον γνώριμο μεταλλικό τους παλμό, ώσπου η πρώτη ανησυχία εμφανίστηκε βαθιά μες στο σκαρί.
Στην αρχή ήταν λίγα νερά. Τίποτε που να προκαλεί πανικό. Οι αντλίες τέθηκαν σε λειτουργία και το πλήρωμα αντιμετώπισε την κατάσταση με την ψυχραιμία της εμπειρίας. Όμως το νερό συνέχιζε να βρίσκει δρόμους μέσα από τις λαμαρίνες.
Το νερό έβρισκε ολοένα περισσότερους δρόμους μες στο σκαρί. Οι άντρες κατέβαιναν και ανέβαιναν αδιάκοπα στα διαμερίσματα του πλοίου. Κανείς δεν φώναζε. Οι άνθρωποι της θάλασσας γνωρίζουν ότι ο φόβος δεν σταματά το νερό.



