Πρέπει να ήταν καλοκαίρι του ’76 ή του ’77. Δεν θυμάμαι πια. Φύγαμε από Αθήνα για Πάτρα οδικώς. Από εκεί πήραμε το πλοίο για την Ιθάκη. Ήμασταν παρέα, αλλά δεν θυμάμαι ποιοι ήταν οι άλλοι. Θυμάμαι μόνο εκείνη. Την αγαπημένη μου.
Ήμασταν και οι δύο πολύ νέοι, 22-23 χρόνων, ωραίοι, ερωτευμένοι… Και επιτέλους μαζί, αφού εγώ εκείνη την εποχή ήμουν ακόμη στο Βερολίνο. Κριός εγώ κι εκείνη Λέων «κι όλοι λέγαν στην παρέα, ο ωραίος κι η ωραία». Τρελός έρωτας δηλαδή.
Σε όλο το ταξίδι απαγγέλλαμε το ποίημα του Καβάφη Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη. Φανταζόμασταν Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες να μας περιμένουν σε κάθε γωνία. Μιλούσαμε για τον Οδυσσέα, την Πηνελόπη και το υφαντό της και τους μνηστήρες και γελούσαμε.
Επιτέλους κάποια στιγμή φτάσαμε στην Ιθάκη. Το ταξίδι ήταν μακρύ. Αλλά τι μας ένοιαζε αφού ήμασταν μαζί; Μόλις κατεβήκαμε από το πλοίο μας προϋπάντησαν κυρίως γυναίκες που νοίκιαζαν δωμάτια. Προτιμήσαμε μια κοντούλα, αδύνατη και θα μπορούσες να πεις ασχημούλα γυναίκα, περίπου σαράντα χρόνων. Μας οδήγησε στο σπίτι της και μας πρόσφερε το σαλόνι της για ενδιαίτημα. Το σπίτι ήταν ψηλά και από την αυλή του έβλεπες πιάτο όλο το λιμάνι. Υπέροχο.
Και μετά συναντήσαμε τον άντρα της. Ένας παίδαρος, ψηλός, όμορφος, το εντελώς αντίθετο από εκείνη. Όταν αλλάξαμε και βγήκαμε βόλτα για να δούμε την πόλη και για να φάμε, κάναμε άπειρα αστεία για το ζευγάρι και λέγαμε πως δεν είναι δυνατόν ένας τέτοιος Οδυσσέας να γύριζε δέκα χρόνια για να επιστρέψει σε αυτή την Πηνελόπη.
Οι διακοπές μας παρέσυραν. Γυρίσαμε το νησί με ένα παμπάλαιο λεωφορείο που σου έκανε το στομάχι κόμπο, αλλά ποιος νοιαζόταν; Εμείς είχαμε το μυαλό μας ο ένας στον άλλο και στη θάλασσα και στα ταβερνάκια και στον έρωτά μας.



