Ηταν αργά το βράδυ όταν βγήκα από το θέατρο. Είχαμε τελειώσει την παράσταση killing Godot του Νίκολας Καζάν και, όπως συμβαίνει συχνά, δεν είχα καμία διάθεση να γυρίσω σπίτι. Περπατούσα στην οδό Κεφαλληνίας, προσπαθώντας να βάλω σε κάποια τάξη τις σκέψεις μου. Λίγο πιο κάτω, στην Πατησίων, κοντά στη στάση, δύο άντρες μάλωναν. Ο ένας ήταν ηλικιωμένος με μια σακούλα ψώνια στο χέρι. Ο άλλος, αρκετά νεότερος, του φώναζε κάτι που δεν μπορούσα να καταλάβω.
Πρόλαβα μόνο να ακούσω μια φράση: «Εσείς μας καταστρέψατε τη ζωή!». Και ύστερα ένα δυνατό σπρώξιμο. Ο ηλικιωμένος παραπάτησε, η σακούλα σκίστηκε και μερικά πορτοκάλια σκόρπισαν στο πεζοδρόμιο. Σταμάτησα. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν έκανα τίποτε. Ακόμη θυμάμαι την αμηχανία μου και δεν μου αρέσει καθόλου.
Μια γυναίκα που περίμενε το λεωφορείο έσκυψε και άρχισε να μαζεύει τα πορτοκάλια. Δεν είπε κουβέντα στον νεαρό, που στο μεταξύ είχε απομακρυνθεί συνεχίζοντας να βρίζει. Ο ηλικιωμένος έμοιαζε περισσότερο προσβεβλημένος παρά φοβισμένος. «Αφήστε τα, κυρία μου, δεν πειράζει» της είπε. «Πώς δεν πειράζει;» απάντησε εκείνη. «Λεφτά δώσατε να τα πάρετε». Έβγαλε από την τσάντα της μια άλλη πλαστική σακούλα και άρχισε να τα βάζει μέσα.
Τότε πλησίασα κι εγώ. Μάζεψα δυο πορτοκάλια που είχαν κυλήσει προς τον δρόμο. Ο ηλικιωμένος μας ευχαρίστησε, πήρε τη σακούλα του και έφυγε. Τίποτε σπουδαίο. Ένα περιστατικό που αύριο κανείς δεν θα θυμόταν.
Εγώ όμως γύρισα πίσω στο θέατρο. Κάθισα στο σκοτάδι στην πρώτη σειρά. Σκεφτόμουν εκείνη τη φράση: «Εσείς μας καταστρέψατε τη ζωή». Ποιοι ήταν οι «εσείς»; Ποιον τιμωρούσε ο νεαρός; Και γιατί ένας άνθρωπος που πιθανότατα είχε κι αυτός τους δικούς του λόγους να είναι οργισμένος έπρεπε να πληρώσει για μια ολόκληρη κοινωνία;



