Και πάνω που την τελευταία ανάσα αφήνουν, ξυπνάω σε ένα όνειρο. Είμαι εγώ κι άλλος κανείς. Προβάρω τον επικήδειο λόγο για ανθρώπους που είναι ακόμη εν ζωή.
Πληροφορείσαι για έναν θάνατο, όταν ανάρτηση διαβάζεις. Όταν το πρώτο πράγμα που κάνεις το πρωί με το που ανοίξεις τα μάτια είναι να αρπάξεις ασυναίσθητα το τηλέφωνο.
Σταματάς. Και τότε επιβεβαιώνεται η πεποίθηση ότι ξένος ανάμεσα σε γνωστούς υπήρξες.
Η αναπόληση, σαν μουσική, σύμπαν αισθαντικό. Οι σπασμένες φωνές μνημονεύουν κι εγώ απόμακρος στο τελευταίο στασίδι μετράω: με πόσα πόδια χωρίζει αυτή η απόσταση εμένα από τους κοντινούς συγγενείς;
Συλλυπήθηκα την οικογένειά μου και από μυστήριο σε μυστήριο βαφτίστηκα ως ο «ξένος».
Δεν θυμάμαι αν τον κοίταξα στα μάτια, αλλά είμαι σχεδόν σίγουρος ότι έσφιξα το χέρι του πατέρα. Με το κεφάλι χαμηλωμένο και τα χέρια σταυρωμένα αποχώρησα.
Ο Οκτώβριος είναι έκτοτε (και πάντα) βαρυφορτωμένος. Ιδίως εκείνη τη μέρα. Μου είναι σχεδόν αδύνατο να παρευρεθώ στο χωριό. Ξεχνάω κιόλας πότε συνέβη. Κι όμως είναι περίεργο. Μόλις λίγους μήνες αφότου έφυγε, ξύρισα το μούσι.
Φαντάζομαι πως αν και το δικό μου μουστάκι είχε γκριζάρει, τότε επάνω του ο καπνός της απουσίας από αυτό το τσιγάρο που μόλις είχαμε σβήσει θα είχε κάτι πίσω αφήσει.
Μάκρυνα τις φαβορίτες μου. Τις έφερα τόσο χαμηλά ώσπου έδειξαν με την ακονισμένη τους μύτη τα αθόρυβά μου χείλια.
Ο μπαρμπέρης μου προσπαθεί να με καθησυχάσει: «Έχεις τόσο πλούσιο μαλλί, δεν πρόκειται ποτέ να το χάσεις. Κι αν ναι και είσαι ακόμη εδώ, τότε έλα να με βρεις».



