Η αρχική μου επίσκεψη στο πρώτο ξυλουργείο τους έγινε γιατί χρειάζονταν χέρια. Χέρια για το τρίψιμο ενός μεγάλου επίπλου που θα κατέληγε σε κοινή χρήση. Η προηγούμενη γνωριμία μας με τις μαστόρισσες λειτούργησε αφυπνιστικά αναφορικά με την έλξη που μου ασκούσαν οι σκονισμένοι χώροι των εργαστηρίων.
Μου θύμισαν το εργαστήριο του παππού μου και την αίσθηση που είχα ως παιδάκι σε έναν γεμάτο με εργαλεία και κατασκευές χώρο. Που παρότι γεμάτος κρυψώνες, δεν προοριζόταν για παιχνίδι, πόσο μάλλον για ένα κορίτσι.
Έχουμε συνηθίσει τα ξυλουργεία να είναι είτε ισόγεια είτε υπόγεια. Και συνήθως οι ξυλουργοί να είναι άντρες, συχνά μεγάλης ηλικίας. Τα κορίτσια στα ξυλουργεία θα τα βρεις μάλλον σε ημερολόγια τοίχου να ποζάρουν ημίγυμνα. Τι γίνεται όμως αν τα κορίτσια αλλάξουν θέση; Τι γίνεται γενικότερα στον κόσμο όταν τα κορίτσια ορίζουν μόνα τους τις θέσεις τους; Τι γίνεται και στα ίδια τα ξυλουργεία όταν σε αυτά «παίζουν» πλέον κορίτσια;
Είναι συγκινητική η εικόνα να βλέπεις κορίτσια να δουλεύουν με τα μηχανήματα και το ξύλο. Να φτιάχνουν τα δικά τους έπιπλα σε έναν χώρο που κουβαλάει τα στοιχεία του χαρακτήρα τους. Η ενσυναίσθηση των κοριτσιών φαίνεται από όταν συζητάνε μεταξύ τους για το «τι τραβάνε τα κορίτσια στα καφέ».
Κάπως έτσι ξεκινάει και η ταινία. Ακολουθεί δε την καθημερινότητα των τριών κοριτσιών. Η οποία τελικά συμπλέκεται με την καθημερινότητα των δύο παππούδων από τους οποίους αγοράζουν το ξυλουργείο τους.
Στη σύγχρονη Αθήνα αυτές οι σχέσεις, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν τη δουλειά και το μεταξύ τους, αποτελούν αυτό που ο Μισέλ ντε Σερτό θα χαρακτήριζε ως αντιπειθαρχία, οι πολύμορφες και πολυμήχανες διαδικασίες που ξεφεύγουν από την πειθαρχία.



