Παίρνω ταξί από τότε που ήμουν ανήσυχη έφηβη. Όταν έχανα το λεωφορείο, ψάρευα 300 δραχμές από τις τσέπες του τζιν μου για να κάνω σήμα σε κάποιο ταξί. Από τότε θυμάμαι πάντα ένιωθα μια παράξενη οικειότητα μέσα σε ταξί.
Η κουβέντα συνήθως ξεκινούσε με τον οδηγό να με ρωτάει από πού είμαι. Απαντούσα ότι είμαι μισή από την Ινδονησία. Aκολουθούσε μια ιστορία για τις επισκέψεις του στη μακρινή μου πατρίδα. Και αυτό γιατί εκείνη την εποχή, τη δεκαετία του ’90, πολλοί οδηγοί ταξί δούλευαν πριν στα καράβια. Η ζωή τους μετατοπιζόταν από τη μια θάλασσα στην άλλη. Από τον ωκεανό στην παλίρροια των δρόμων, με τους επιβάτες να μπαινοβγαίνουν σαν κύματα.
Μου άρεσε να τους μιλάω για τη μέρα μου, τη ζωή μου, τα αγόρια. Πάντα κρατούσα μαζί μου ένα αστείο ή μια κουβέντα σοφίας για την υπόλοιπη μέρα. Θυμάμαι στα 18α γενέθλιά μου, μέσα σε ένα ταξί, έκλαιγα και εξηγούσα στον οδηγό πόσο με θλίβει που μεγαλώνω, γιατί πίστευα ότι τα εφηβικά μου χρόνια ήταν τα καλύτερα της ζωής μου. Εκείνος γελούσε μαζί μου, μου εξηγούσε ότι θα ακολουθούσαν πολλά ακόμη υπέροχα χρόνια και αναρωτιόταν τι θα έπρεπε να πει ο ίδιος που έκλεινε τα 60!
Γελάσαμε. Πλέον, σχεδόν στα 50 μου, συνειδητοποιώ ότι εκείνα τα χρόνια ήταν όντως μερικά από τα καλύτερα της ζωής μου. Αλλά τότε δεν μπορούσα να ξέρω ότι το ταξί θα παρέμενε μια σταθερή παρηγοριά, μια καθημερινή περιπέτεια. Και ότι μια μέρα θα έκανα ταινία γι’ αυτό, η οποία θα χρειαζόταν έξι χρόνια για να ολοκληρωθεί.
Η ιδέα ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, όταν δούλευα ως φωτορεπόρτερ. Ήθελα να εξερευνήσω τι βίωναν οι οδηγοί ταξί, οι οποίοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή και βλέπουν πρώτοι πώς αλλάζει η πόλη – από τα κλεισμένα μαγαζιά μέχρι την ψυχολογία των Αθηναίων.






