Ζωγράφισα αυτό τον πίνακα πριν από 25 χρόνια έχοντας στο μυαλό μου τους εκατοντάδες απεργούς πείνας στις φυλακές της Τουρκίας, μεταξύ των οποίων δεκάδες νεκροί. Ήταν το θέμα των ημερών. Ήμουν στ’ αλήθεια αλληλέγγυος.
Ύστερα όμως σ’ αγάπησα χωρίς να θέλω. Κι ό,τι αγαπά πρώτη φορά βεβηλώνει το δίκαιο του κόσμου.
Πριν καλά καλά το καταλάβω, οι απεργοί πείνας στον πίνακα εξαφανίστηκαν και έγιναν οι στάσεις του σώματός σου, καθώς σε περίμενα να γυρίσεις. Κι έγινε η επιστροφή σου το θέμα των ημερών μου. Μα δεν ερχόσουν στη θέα μου.
Όσο κι αν πάλεψα ενάντια στον αφανισμό χάθηκες κι εσύ, ξεθώριασαν τα περιγράμματά σου μέχρι φτέρνας. Με μεταμόσχευσες μες στο χρώμα. Τα κελιά του πίνακα γίναν πλακούντες που ξεγένναγαν τις όψεις μου σε όλες τις στάσεις των δακρύων.
Μέχρι που άλλαξα χώρα. Κι είπα δεν θα ξαναγαπήσω χωρίς να θέλω. Έδωσα τον πίνακα σε έναν φίλο και έφυγα προς μια άλλη θέα. Με δύο βαλίτσες και εννιά βιβλία παραμάσχαλα.
Όχι κι άσχημα. Οι εποχές περνούσαν με δωδεκάωρη δουλειά και λίγο ρεμβασμό στη θάλασσα της Μάγχης. Καιρός ανακωχής. Είχα απαλλαχθεί από τα φαντάσματα. Θα πει ήμουν ένας λιγόψυχος.
Το 90% του ανθρώπινου σώματος είναι τραύμα. Γι’ αυτό ρέει το αίμα. Αν κλείσει η αόρατη πληγή χαθήκαμε. Τι επιδίωκα; Γινόμουν το ακατόρθωτο σώμα. Έβγαινα στον ήλιο και δεν έκανα σκιά. Δεν είχαν οι λέξεις μου στον ήλιο μοίρα. Μόνο έβλεπα από μακριά τη χώρα μου να διαδηλώνει. Και επέστρεψα.
Αυτό μου έλαχε. Αθήνα χωρίς Ακρόπολη μπορώ να φανταστώ. Αθήνα χωρίς μπάτσους, όχι. Τα γκλομπ με χτύπησαν στον Άγιο Παντελεήμονα.
Και πάω με λίγα αίματα στο σπίτι του φίλου μου και του λέω: «Φέρε μου τον πίνακα αμέσως». Και τον μεταφέρω σε ένα δώμα στην Καλλιθέα και αρχίζω εκεί μια νέα ζωή. Ακόμη πιο νέα θέα.



