Στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1922 έφτασε διαταγή από τις τουρκικές αρχές στην Αττάλεια, στα μικρασιατικά παράλια, ότι οι Έλληνες χριστιανοί έπρεπε να απομακρυνθούν από τις εστίες τους, όπου είχαν εγκατασταθεί πριν από 3.000 χρόνια, και να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Οι άντρες από 17 μέχρι 60 χρόνων θα έπρεπε να μαζευτούν στην πλατεία μέσα σε τρεις μέρες. Και μέσα σε οκτώ μέρες οι γυναίκες με τα παιδιά τους και ελάχιστα πράγματα θα έπρεπε να μαζευτούν στο λιμάνι, από όπου θα αναχωρούσαν με καράβια για την Ελλάδα.
Στην Αττάλεια ζούσε και η γιαγιά μου, η Πολυξένη Τσακίρογλου, χήρα, με τα έξι παιδιά της. Ο δεύτερος γιος της, ο Γιώργος, έφυγε αιχμάλωτος με τους Τούρκους.
Ο πρώτος, ο Ευάγγελος, που είχε κάνει φαρμακοποιός στη Σμύρνη, ήπιε ένα φάρμακο και έγινε κατακίτρινος. Οι Τούρκοι θεώρησαν ότι θα πεθάνει στον δρόμο και τον άφησαν.
Η γιαγιά είχε τέσσερα παιδιά ακόμη. Την Άννα, δεκάξι χρόνων, την Ελένη, οκτώ χρόνων, τον Μιχάλη, έξι χρόνων, και τον Χρήστο, δέκα χρόνων. Στο σπίτι είχανε και τη Μόρνη, μια σκυλίτσα που την αγαπούσανε πολύ.
Γιατί τη λέγανε Μόρνη; Κάθε πρωί ο ταχυδρόμος έβαζε ανάμεσα στα δόντια της την εφημερίδα The Morning Post. Aυτή την παρέδιδε στην οικογένεια. Τη μέρα της αναχώρησης η γιαγιά έδωσε στην Ελενίτσα μια σακούλα με λεμόνια (για να μη μας πειράξει η θάλασσα) και κάτω κάτω είχε κρύψει μερικά χρυσαφικά.
Η μικρή πήρε στο ένα της χέρι τη σακούλα και με το άλλο αγκαλιά τη Μόρνη. Στον δρόμο κουράστηκε. Παρατάει τη σακούλα και παίρνει τη Μόρνη αγκαλιά με τα δυο της χέρια.
Στο λιμάνι ήταν συγκεντρωμένοι 200.000 άνθρωποι. Οι ναύτες απαγόρευαν την είσοδο της σκυλίτσας στο καράβι. Το παιδί έκλαιγε, ήταν αδύνατο να αφήσει το σκυλί από τα χέρια του.



