Ενα απόγευμα Τρίτης στο κέντρο της Αθήνας βρέθηκα ως παρατηρητής σε ένα μάθημα butoh. Ο χώρος λιτός, σχεδόν ουδέτερος. Η δασκάλα, γυναίκα με ήρεμη αλλά σταθερή παρουσία, καθοδηγούσε την ομάδα με ελάχιστα λόγια και καθαρές εικόνες.
Οι περισσότεροι συμμετέχοντες ήταν ηθοποιοί, σώματα εξοικειωμένα με την έκθεση και την εσωτερική αναζήτηση. Ανάμεσά τους ξεχώριζε μια μπαλαρίνα, χορεύτρια με διαφορετική ποιότητα κίνησης, πιο αιχμηρή, ταυτόχρονα δε πιο πειθαρχημένη, που έδινε μια ιδιαίτερη δυναμική στο σύνολο.
Το butoh, όπως το αντιλήφθηκα εκείνη τη μέρα, δεν μοιάζει με τους χορούς που γνωρίζουμε. Γεννήθηκε στην Ιαπωνία, σε μια εποχή ανάγκης για έκφραση, και κουβαλά μέσα του μνήμη, ρήξη και σιωπή. Δεν επιδιώκει την ομορφιά, αλλά την αλήθεια του σώματος, ακόμη κι όταν αυτή είναι αδέξια, αργή ή σκοτεινή. Είναι σαν να επιτρέπει στο σώμα να θυμηθεί πράγματα που συνήθως μένουν κρυμμένα.
Η άσκηση εκείνης της ημέρας είχε ως κεντρικό άξονα ένα φανταστικό μπαλόνι. Ένα απλό, σχεδόν παιδικό, εύρημα που όμως επιδεχόταν πολλαπλές αναγνώσεις: το βάρος και η ελαφρότητα, ο έλεγχος και η απώλεια, η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στο μέσα και το έξω. Οι ασκούμενοι κινούνταν σαν να διαπραγματεύονταν συνεχώς την ύπαρξη αυτού του αόρατου αντικειμένου, άλλοτε προστατευτικά, άλλοτε με φόβο μήπως σπάσει.
Μια απαλή μουσική συνόδευε διακριτικά την άσκηση, χωρίς να καθοδηγεί την κίνηση, λειτουργώντας σαν υπόγειο ρεύμα που ένωνε τα σώματα και τον χώρο.
Ως παρατηρητής ένιωσα αρχικά αμηχανία. Σταδιακά όμως αυτή μετατράπηκε σε συγκέντρωση και μια παράξενη ηρεμία. Το butoh δεν ζητά να το κατανοήσεις, ζητά να το αισθανθείς. Η σιωπηλή ένταση των κινήσεων, οι αργοί ρυθμοί και η εσωστρέφεια των σωμάτων δημιούργησαν ένα κλίμα σχεδόν τελετουργικό.
Φεύγοντας, είχα την αίσθηση ότι είχα γίνει μάρτυρας όχι ενός απλού μαθήματος χορού, αλλά μιας εσωτερικής διαδικασίας.



