Αφιερωμένο στη μνήμη της Άννας Γεωργιάδου
Πολλές φορές συμβαίνει και αυτό: κοιτάς ένα πράγμα και σκέφτεσαι κάτι άλλο. Και με τους τόπους το ίδιο μπορεί να συμβεί. Βρίσκεσαι κάπου, κοιτάς ολόγυρά σου, μα αντιλαμβάνεσαι ένα άλλο «εδώ». Το χάσμα, τότε, το κενό, καθίσταται ο μόνος –οξύμωρα αληθινός– τόπος επειδή καμιά από τις δυο άλλες πραγματικότητες δεν σε πείθει για την υπόστασή της.
Ούτε εκείνη των αισθήσεων. Ούτε εκείνη του νου. Στη δική μου γλώσσα, σε αυτή δηλαδή με την οποία μιλώ στον εαυτό μου για να τον καθησυχάζω, ονομάζω αυτή την κατάσταση «μια καλή θέση». Μονολογώ λοιπόν: «Ορίστε, βρίσκεσαι τώρα σε μια καλή θέση». Αυτή η φράση αρκεί.
Από εκείνη τη στιγμή μπορώ άφοβα να στραφώ είτε στο τοπίο του νου είτε στη φυσική επικράτεια της περίστασης. Kαι παρά την υπέρθεση των εικόνων να αποδώσω κάποιο νόημα στην αντίληψή μου. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα.
Οι άνθρωποι αποτελούνται από άλλους ανθρώπους, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο οι τόποι αποτελούνται από άλλους τόπους. Οι σχέσεις –ακόμη και εκείνες που κάποιος καλλιεργεί μέσα του με πράγματα, εικόνες, ενθυμήσεις, λέξεις και σύμβολα που έχει αποθησαυρίσει εμπρόθετα ή δίχως συνείδηση– εξελίσσονται ενδόμυχα με ανεπαίσθητα αργούς ρυθμούς.
Καθώς δε τα χρόνια συσσωρεύονται, καταλήγουν όλα στη μνήμη ως μια σειρά γεγονότων… Ένα χρονολόγιο που συχνά αποκρύπτει το απόθεμα κάτω από μια εξιστόρηση. Και μόνο σπάνια εμφανίζονται κάποιες περιστάσεις διαυγούς συνειδητοποίησης του δεσμού – ζωντανού ή νεκρού, μα εν πάση περιπτώσει ακόμη δεμένου.
Αυτή είναι μια τέτοια περίσταση. Κοιτώ αυτή την εικόνα και αναγνωρίζω κάπου εκεί, σπρωγμένα στο βάθος πεδίου, μια αυτοπροσωπογραφία και μια φίλη που απρόσμενα χάθηκε. Κάτι αδιάγνωστο έχει συνδέσει μέσα μου εκείνο τον σύντομο χειμώνα στη Γαλλία με την πεθαμένη φίλη και το πρόσωπό μου στον καθρέφτη.



