Ξαφνικά μια μέρα, ώρα μαθήματος στο γυμνάσιο, μπουκάρουν στην αίθουσα αστυνομικοί! Χωρίς δισταγμό και χωρίς εξηγήσεις κατευθύνονται στα τελευταία θρανία. Η αστυνομική παρουσία ήταν έντονη τα χρόνια εκείνα –μιλάμε για αρχές του 1960– αλλά στους δρόμους. Όχι μες στα σχολεία.
Η αναταραχή στους μαθητές σύντομη, γιατί οι αστυνομικοί εντοπίζουν αμέσως τον δράστη και τα αντικείμενα του εγκλήματος. Για την ακρίβεια, ξέρουν τι ψάχνουν και πού θα το βρουν. Ένας μαθητής του τελευταίου θρανίου, εκεί που συνήθως κάθονται οι πιο ζωηροί, είχε εγκαταστήσει ένα ραδιόφωνο. Κι έτσι, αντί για τον καθηγητή, απολάμβανε τις μουσικές του.
Μιλάμε για εγκατάσταση, γιατί τα ραδιόφωνα με τα οποία παιδευόντουσαν τα παιδιά τότε δεν είχαν καμία σχέση με τα σημερινά. Στην πραγματικότητα ήταν ένας πρωτόγονος δέκτης των μεσαίων κυμάτων (ΑΜ) –σε αυτά εξέπεμπαν τότε οι σταθμοί– που στηριζόταν σε έναν κρύσταλλο γαληνίτη. Για τη λειτουργία του δεν χρειαζόταν μπαταρίες, αλλά απαιτούσε μια κεραία μερικών μέτρων και οπωσδήποτε ακουστικά για να ακούσεις. Ήταν τα ραδιόφωνα που με πενιχρά μέσα κατασκευάζαμε σχεδόν όλοι.
Όταν ο μαθητής έφερε το ραδιόφωνο στην τάξη, για να το κάνει να δουλέψει, έπρεπε να απλώσει μια συρμάτινη κεραία έξω από το παράθυρο. Σε μια αίθουσα στην οποία στοιβάζονταν σαράντα και πλέον μαθητές ήταν αδύνατο στους καθηγητές να εντοπίσουν τον παραβάτη.
Όμως το σύρμα δεν ήταν αθέατο στους περαστικούς και κυρίως στους μικροπωλητές που συγκεντρώνονταν καθημερινά στην είσοδο του σχολείου κι έμεναν εκεί για ώρες. Δεν θυμάμαι ποιες ήταν οι συνέπειες για τον παραβατικό μαθητή. Αλλά θυμάμαι καλά την αποκάλυψη αυτού που «κάρφωσε» την ύπαρξη του ραδιοφώνου.
Ήταν αυτός που πούλαγε σάμαλι, κοκ αλλά κυρίως κορνέ, εκείνα τα μεγάλα χωνιά από σφολιάτα γεμάτα προκλητική σαντιγί. Ήταν χαφιές της αστυνομίας.



