Θυμάμαι ακόμη το μουντό φως του Νοέμβρη του 2000 στην Οξφόρδη, που δεν έλεγε ποτέ να γίνει μέρα. Έμοιαζε σαν κάποιος να είχε χαμηλώσει τον διακόπτη του ήλιου και να τον είχε ξεχάσει εκεί. Στο τέρμα της μισοφωτισμένης απελπισίας. Ένα γκρίζο πέπλο απλωνόταν πάνω από τα γοτθικά κτίρια. Τα λιθόστρωτα δρομάκια. Τις βιβλιοθήκες που έμοιαζαν να αναπνέουν μες στην ομίχλη, σχεδόν να αναστενάζουν από το βάρος των αιώνων.
Κι εγώ, με έναν καφέ στο χέρι και ένα discman στην τσέπη –με εκείνο τον δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου που μόλις είχα κατεβάσει από το Napster– αισθανόμουν σαν ένας παράξενος προσκυνητής σε μια πόλη που δεν ήταν ούτε δική μου ούτε εντελώς ξένη.
Ο Βραχνός προφήτης έφτασε στα αυτιά μου φορτωμένος θόρυβο από την κακή σύνδεση. Με έναν μισοχαλασμένο ήχο που ανέδιδε κάτι το ανεξήγητα αληθινό. Ήταν σαν να τον άκουγα όχι από ηχεία, αλλά από τη ρωγμή ενός τοίχου. Ήταν σαν να ψιθύριζε από κάποιο υπόγειο κουτούκι που δεν θα πατήσω ποτέ.
Η φωνή του Θανάση Παπακωνσταντίνου έμοιαζε να κουβαλάει σκόνη, ξεραμένο αίμα και χρώματα ξεθωριασμένα από τον χρόνο. Κι εγώ –που τότε διάβαζα για την εξέλιξη στις εθνικές σχολές της μουσικής στην Ευρώπη του 19ου και 20ού αιώνα– βρέθηκα να κάνω pause κάθε τρεις και λίγο. Όχι γιατί δεν καταλάβαινα, αλλά επειδή ήθελα να προλάβω να νιώσω όσα άφηνε πίσω της η φωνή.
Το χώμα ήταν βρεγμένο, τα δέντρα γυμνά. Κι εγώ περπατούσα ανάμεσα στους τάφους με τα ακουστικά να τρίζουν κάθε τόσο, σαν να μην άντεχαν τη μελαγχολία. Ο Πεχλιβάνης έπαιζε κι εγώ σκεφτόμουν τους ήρωες του Τόλκιν. Όλοι τους γυμνοί από κάθε ίχνος ασφάλειας, καθώς παλεύουν με τον εαυτό τους περισσότερο παρά με τους αντίπαλους στρατούς, εκείνους που ήθελαν το περιλάλητο δακτυλίδι.



