Το θέμα της παράστασης Μακρόνησος/Τρωάδες είναι για μένα πολύ προσωπικό. Σχεδόν όλη η οικογένειά μου πέρασε από τη Μακρόνησο: ο πατέρας μου, ο αδερφός του και τα ξαδέρφια του. Ο πατέρας μου, μάλιστα, ήταν από τους λίγους που κατάφεραν να δραπετεύσουν και να βγουν στο βουνό. Έπειτα βρέθηκε πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη και επειδή θεωρήθηκε λιποτάκτης στην Ελλάδα, καταδικάστηκε δύο φορές σε θάνατο.
Η παράστασή μας επιχειρεί να αναδείξει ένα λιγότερο γνωστό κομμάτι της ιστορίας: τις εξόριστες γυναίκες. Από τη Μακρόνησο πέρασαν 120.000 εξόριστοι· ανάμεσά τους και 1.200 γυναίκες.
Επιπλέον, η παράσταση κάνει μια σύνδεση με τις Τρωάδες και τη μοίρα των γυναικών που ζουν στο στρατόπεδο των «ηττημένων», σε μια κοινότητα που βρίσκεται υπό καταστολή και επιτήρηση. Με αφετηρία τις Τρωάδες του Ευριπίδη, η αφήγηση φτάνει στην Παλαιστίνη.
Η Μακρόνησος άνοιξε βαθύ τραύμα σε όσους πέρασαν από εκεί. Συζητώντας με παιδιά και εγγόνια εξόριστων, αντιλήφθηκα ότι υπήρχε ενοχή στους ανθρώπους που δεν άντεξαν τα βασανιστήρια και «έσπασαν», καθώς δυσκολεύονταν να ανοιχτούν και να μοιραστούν τα βιώματά τους. Το περιβάλλον της Μακρονήσου ήταν σκληρό. Τα βασανιστήρια –σωματικά και ψυχολογικά– στόχευαν στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Το ζητούμενο δεν ήταν να περιορίσουν την ελευθερία των εξόριστων, αλλά να τους σπάσουν το ηθικό και τη συνείδηση, να τους κάνουν να ομολογήσουν, να τους εξευτελίσουν σε καθημερινή βάση.
Ο πατέρας μου, πάντως, δραπέτευσε και βγήκε στο βουνό. Ένιωθε ότι είχε εξαγνιστεί. Μας μιλούσε ανοιχτά για τη Μακρόνησο από τότε που ήμασταν παιδιά και οι αφηγήσεις του έμειναν ζωντανές στο μυαλό μας.
Τα βασανιστήρια ήταν φρικτά: ξύλο, ορθοστασία, κοπιαστικές εργασίες χωρίς κανένα νόημα. Πετούσαν ανθρώπους στη θάλασσα για να πνιγούν ή τους έβαζαν μέσα σε σακιά με λυσσασμένες γάτες. Όλη μέρα τα μεγάφωνα έπαιζαν μουσική και συνθήματα: τραγούδια του Αττίκ και παροτρύνσεις όπως «Βούλγαροι, επιστρέψτε στη μητέρα πατρίδα».



