Παρακολούθησα στενά και αδιάλειπτα το φαινόμενο των «πορτοκαλί επαναστάσεων» στην πρώην Γιουγκοσλαβία και την ΕΣΣΔ (Σερβία, Κιργιζία, Γεωργία, Ουκρανία κ.ά.) όταν κάλυπτα διεθνή θέματα στον Τύπο. Αυτό έγινε περισσότερα από 20 χρόνια πριν, στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η συχνότητα των ανατροπών ήταν τέτοια που μας επέβαλε να έχουμε συνεχώς στραμμένη την προσοχή μας στην ανατολική Ευρώπη.
Λίγο η ανάγκη κατανόησης των εξελίξεων, λίγο οι εμμονές με ορισμένες χώρες που αναπτύσσει κάθε δημοσιογράφος, εμένα με οδήγησαν επί δεκαετίες να μην αφήνω καμία είδηση αδιάβαστη που αφορά την Ουκρανία. Και να ήθελα άλλωστε δεν μπορούσα. Η σφοδρότητα με την οποία ερχόταν στην επικαιρότητα η Ουκρανία κάθε λίγα χρόνια ανανέωνε το ενδιαφέρον, ακόμη κι αν αυτό πάγωνε ή ατονούσε.
Μάλιστα η ίδια η Ουκρανία είναι τόσο αντιφατική και πολυπρόσωπη που η ενασχόληση μαζί της απαιτούσε την ανάπτυξη των πιο διαφορετικών ειδικεύσεων: από την ιστορία των διαφορετικών εθνοτήτων και εθνικισμών, όπως και της εκβιομηχάνισης και των πολιτικών παλινωδιών της περιοχής, μέχρι την ενεργειακή διελκυστίνδα και τις μεταβαλλόμενες ισορροπίες κάθε διεθνούς κέντρου και συνασπισμού. Η Ουκρανία δεν κούραζε ποτέ ούτε εμάς τους δημοσιογράφους.
Έγραφα άρθρα, μίλαγα στο ραδιόφωνο και κάθε φορά σκεφτόμουν ότι είπα ελάχιστα σε σχέση με όσα έπρεπε να διατυπωθούν για να γίνει αντιληπτό το κουβάρι των συγκρούσεων και το βάθος των γεγονότων.
Έτσι αποφάσισα να γράψω το βιβλίο με σκοπό να ανοίξω το πλάνο αυτής της μεγάλης σε βάθος και έκταση σύγκρουσης. Καταλυτικά σε αυτή την απόφαση επέδρασε όχι τόσο η Ουκρανία όσο εκείνοι που αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν την Ουκρανία σαν μοχλό για να επιταχύνουν εξελίξεις που βρίσκονταν εδώ και πολλά χρόνια σε αργή κίνηση.



