Οταν η Κατερίνα Ζαμπέλη, η διευθύντρια του τμήματος Μετάφρασης και Υποτιτλισμού Neaniko Plano Subtitles, μου ανέθεσε να περιγράψω ακουστικά για άτομα με δυσκολίες όρασης το εμβληματικό Πικρό ψωμί του Γρηγόρη Γρηγορίου, δαγκώθηκα. Ήξερα ότι αργά ή γρήγορα θα χρειαζόταν να ψάξω για να βρω ονομασίες για αντικείμενα και πρακτικές μιας εποχής που δεν βίωσα η ίδια, ώστε να τα περιγράψω στο κοινό.
Σαν να μην έφτανε που η ταινία γυρίστηκε στην Αθήνα των αρχών του ’50, το γεγονός ότι είναι ορόσημο του ελληνικού σινεμά βάραινε ακόμη πιο πολύ στις πλάτες μου.
Οι μεταφραστές συχνά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ορολογία ή με πράγματα που αγνοούμε. Άρα η έρευνα είναι μες στο πρόγραμμα. Ύστερα από πολλή σκέψη συνειδητοποίησα ότι εδώ το ίντερνετ και η τεχνητή νοημοσύνη δεν αρκούσαν. Έπρεπε να επιστρατεύσω το βαρύ πυροβολικό: τη γιαγιά μου.
Εκείνο το πρωί καθάριζε ραδίκια στην αυλή με ένα μικρό καφετί μαχαίρι. Φορούσε τα γυαλιά της χαμηλά στα μάτια. Στα πόδια της είχε μια τσάντα για τα ρετάλια και μια λεκάνη με τα καθαρισμένα στο τραπέζι. Έσπρωξα τη σιδερένια πόρτα να ανοίξει.
Στο τρίξιμό της σήκωσε το βλέμμα και με κοίταξε τρυφερά όπως πάντα. Νόμιζε ότι είχα πάει να τη δω. Αλλά αυτήν τη φορά δεν ήταν ο ελληνικός της καφές ή το ζυμωτό της ψωμί αυτό που με τράβηξε στο σπίτι της. Σήμερα είχα βγει για κυνήγι θησαυρού.
Η γιαγιά μου γεννήθηκε τη δεκαετία του ’30 σε ένα χωριό της Αχαΐας. Σχεδόν 90 – αλλά με τη ζωτικότητα τριαντάρας. Όσα ζήτησα να μου εξηγήσει δεν τα ξέρει απλώς, τα έζησε.
Τα αντικείμενα που έβλεπα και δεν αναγνώριζα ή αναγνώριζα μα δεν ήξερα πώς να τα κατονομάσω, εκείνη τα είχε χρησιμοποιήσει. Τα είχε αγγίξει. Ήταν μέρος της καθημερινότητάς της, μιας καθημερινότητας που έχει προ πολλού πεθάνει.



