Οταν διάβασα για πρώτη φορά τα διηγήματα του Δημοσθένη Βουτυρά, είχα την αίσθηση πως κάποιος στεκόταν πολύ κοντά μου και μου ψιθύριζε ιστορίες. Ιστορίες από μια Ελλάδα παλιά, σκονισμένη, σχεδόν ξεχασμένη. Κι όμως, σχεδόν αμέσως κατάλαβα ότι αυτή η Ελλάδα δεν έχει φύγει ποτέ. Είναι ακόμη εδώ. Σχεδόν ίδια. Απαράλλαχτη.
Οι άνθρωποι του περιθωρίου, οι μόνοι, οι αόρατοι· εκείνοι που ζουν στριμωγμένοι ανάμεσα στη μοίρα και σε μια πεισματική, σχεδόν απελπισμένη, επιθυμία για ζωή υπάρχουν ακόμη. Τους συναντάς σιωπηλούς, σκυφτούς, με βλέμμα που κουβαλάει βάρος. Σε αυτούς αναγνώρισα τον Βουτυρά. Κάπου εκεί γεννήθηκε η ανάγκη να τον πλησιάσω.
Δεν ήθελα να «ανεβάσω» τον Βουτυρά. Ήθελα να τον δω. Να τον ακούσω. Να δοκιμάσω αν μπορεί να υπάρξει σήμερα χωρίς να χάσει τη σκοτεινή του τρυφερότητα, χωρίς να εξημερωθεί. Η επιλογή των διηγημάτων έγινε αυθόρμητα, σχεδόν ενστικτωδώς, με δραματουργική ενσυναίσθηση – σαν να διάλεγαν εκείνα εμένα.
Έτσι προέκυψε η ιδέα μιας υβριδικής μορφής: ηθοποιοί μπροστά σε μικρόφωνα, ζωντανή μουσική, σκίτσα, προβολές. Δεν με ενδιέφερε ο ρεαλισμός. Με ενδιέφεραν οι ρωγμές. Εκεί όπου το σώμα, ο ήχος και η εικόνα μπλέκονται, όπου η αφήγηση χάνει για λίγο την ασφάλειά της και ξαναγεννιέται αλλιώς. Μέσα από τον λόγο, τη σιωπή, το κενό.
Οι πρόβες κύλησαν αβίαστα, σχεδόν ήσυχα. Σαν να υπήρχε μια αόρατη καθοδήγηση. Το πνεύμα του Βουτυρά πλανιόταν στον χώρο –σκοτεινό, διάφανο– και οι μεταφυσικές αποχρώσεις των κειμένων του δημιουργούσαν ένα αίσθημα δέους. Ταυτόχρονα, η έντονη ταξική διάσταση των ιστοριών του, αυτή που τις κάνει τόσο επίκαιρες ακόμη και σήμερα, μας κρατούσε σε διαρκή εγρήγορση.
Ο Αλέξανδρος και ο Βασίλης παρέμειναν πιστοί στο πνεύμα του συγγραφέα σε όλη τη διάρκεια, ενώ ο Κώστας, με τη ζωντανή μουσική του, έπλεκε ένα ηχητικό τοπίο που ανέπνεε μαζί μας.



