Πρέπει να βρίσκομαι στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού ή στις πρώτες του γυμνασίου. Όπως συμβαίνει στις αρχές κάθε καλοκαιριού, στην παραλία του Βόλου στήνεται μια μικρή έκθεση βιβλίου. Το μάτι μου τραβούν κάποια βιβλία που μου εξιτάρουν την περιέργεια, αλλά μου δημιουργούν κι ένα (ευχάριστο) σφίξιμο στο στομάχι: είναι οι Ανατριχίλες του Ρ. Λ. Στάιν.
Η εξαιρετικά φιλελεύθερη κατά τα άλλα οικογένειά μου πατά πόδι: «Δεν είναι βιβλία αυτά, δεν θα κοιμάσαι το βράδυ». Λίγο αργότερα μια απόπειρα να αναζητήσω το Δόκτωρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον αντιμετωπίζεται με την ίδια καχυποψία.
Αναζητώντας διέξοδο στην πλήξη του ατέλειωτου παιδικού καλοκαιριού, διαβάζω το Τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή και συνεχίζω με τα Ρέστα του. Κι έπειτα με Παύλο Μάτεσι και Χρόνη Μίσσιο. Βυθίζομαι στην ελληνική πεζογραφία και στην ελληνική ποίηση λίγο αργότερα. Θα ακολουθήσουν ο Χατζής, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Παπαδιαμάντης, ένα σωρό παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. Οι περισσότεροι θα με συντροφεύουν για πάντα.
Η έλξη προς το αλλόκοτο καλύπτεται πρόσκαιρα από το black metal και λιγότερο από τη σποραδική παρακολούθηση horror ταινιών. Η λογοτεχνία τρόμου παραμένει για πολύ, πολύ καιρό εκτός προσωπικού κάδρου.
Έχω αγαπήσει βαθιά την ελληνική λογοτεχνία στο πέρασμα αυτών των χρόνων. Ίσως όμως κάτι να μου λείπει: για τους περισσότερους η επιστροφή στα ερεθίσματα της εφηβείας συντελείται συνήθως γύρω στα τριανταπέντε.
Έτσι αρχίζω ύστερα από χρόνια να εκτιμώ ξανά το black metal, να ανακαλύπτω από το μηδέν τον Λάβκραφτ, να διαβάζω για πρώτη φορά τον Δράκουλα του Μπραμ Στόουκερ και την Καρμίλα του Τζόζεφ Σέρινταν λε Φανιού. Όπως συμβαίνει με κάθε νέο τομέα που εξερευνώ, ενθουσιάζομαι και παθιάζομαι. Tο μονοπάτι που δεν άνοιξε τότε, απλώνεται τώρα μπροστά μου, 20 χρόνια αργότερα.



