Θυμάμαι μια βραδιά που έγινε προς τιμήν του αδελφού μου στη Λαμία. Περιμέναμε το ταξί να έρθει να μας πάρει για να επιστρέψουμε στην Αθήνα. Έτσι όπως καθόμασταν δίπλα δίπλα στην είσοδο του ξενοδοχείου, κοιτάζοντας προς τον δρόμο, βλέπουμε από το βάθος έναν υπέργηρο αδύνατο άντρα με φτωχικά αλλά πεντακάθαρα ρούχα, λευκό πουκάμισο με τσάκιση και γκρι παντελόνι δεμένο στη μέση με σκοινί, να έρχεται προς το μέρος μας, σέρνοντας τα παπούτσια του με βήμα αργό σαν να ’σερνε πίσω του το βαρύ φορτίο της ζωής του.
Το πρόσωπό του ηλιοκαμένο, βαθιά χαραγμένο από ρυτίδες, τα χέρια του από αυτά που έχουν παλέψει με τη γη κι έχουν πια ηττηθεί – αδρά στην όψη, μα τρυφερά στις χειρονομίες.
Φτάνει μπροστά στον αδελφό μου, τον κοιτάζει κατάματα και τον ρωτάει: «Κατανοούν αυτά που γράφετε;».



