Ο πρώτος δίσκος τζαζ που αγόρασα ήταν το Facing you. Σόλο πιάνο άλμπουμ του Keith Jarrett. Mε εκείνο το φοβερό ασπρόμαυρο εξώφυλλο και ηχογραφημένο αρκετά χρόνια πριν από το θρυλικό κοντσέρτο του στην Κολωνία. Θυμάμαι ακόμη τις άπειρες ώρες που πέρασα προσπαθώντας να προσαρμόσω στην κιθάρα κάποια από τα μέρη του φοβερού track του δίσκου με τίτλο Lalene.
Ήταν θαυμαστός ο κόσμος που ανακάλυψα σε αυτό το άλμπουμ. Μετά ήρθαν και άλλα. Το cool του Miles. Το bebop του Parker. Η τρομπέτα του Armstrong. Τα τραγούδια της Holiday. Το απίστευτο tapping του Stanley Jordan στην κιθάρα.
Στη συνέχεια ήρθαν ακόμη περισσότερα. Μουσικοί που αυτοσχεδίαζαν στα πανηγύρια. Μουσικοί που αυτοσχεδίαζαν πάνω στην παρτιτούρα μιας σονάτας για βιολί του Biber, γραμμένη 350 χρόνια πριν. Η ψυχεδέλεια των late 60s. Το New York state of mind του Billy Joel. Οι Αφρικανοί και οι Λατινοαμερικανοί μουσικοί που έπαιζαν με τον ρυθμό σαν ζογκλέρ. Τα session ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, το fusion και… και… και…
Όλα τα παραπάνω δεν έχουν σκοπό να ορίσουν κάτι. Ούτε βεβαίως να αποδείξουν κάτι σε σχέση με αυτό που λέμε τζαζ. Είναι η προσωπική μου ματιά σε έναν ήχο που έχει την ιδιότητα να είναι οργανωμένος και ταυτόχρονα συγκλονιστικά ελεύθερος στα αυτιά μου.
Κι ακόμη παραπέρα: δεν έχει για μένα σημασία πού ανήκει μια μουσική. Ύστερα από αμέτρητα και τόσο διαφορετικά ακούσματα, μέσα από τη ζύμωση του να κάνεις μουσική με άλλους, μόνος, οργανωμένα ή απρόσμενα, πέρα από το αισθητικό πλαίσιο και το εργαλείο που χρησιμοποιεί ο καθένας μας, υπάρχουν η στόφα, η φαντασία, η δημιουργικότητα του καθενός και το μοίρασμα.
Και αυτό μπορεί να το δει εξίσου καλά κάποιος σε ένα κουαρτέτο εγχόρδων. Ή σε ένα σύνολο που παίζει μπαρόκ μουσική. Σε μια μπάντα που παίζει post punk, bebop, progressive… οτιδήποτε. Ή σε κάποιον που ραπάρει ανελέητα. Σε ένα πανηγύρι.



