Και ξαφνικά, ένα πρωί
Γυμνό σαν το λυγμό το σώμα
Στου ανατομείου το τραπέζι ανάσκελα ριγμένο
(Μιχάλης Π. Χατζηπροκοπίου, Τα σύννεφα του Αραράτ)
26 Φεβρουαρίου 2010. Σαβάνα της κεντρικής Βραζιλίας. Βορειανατολικά της πολιτείας Tocantins. Γη των ιθαγενών Krahô. Κοινότητα Pedra Branca. Βρίσκομαι εκεί τις τελευταίες τρεις εβδομάδες στο πλαίσιο μιας ερευνητικής υποτροφίας, με στόχο να γνωρίσω τον τόπο και τους ανθρώπους και να προετοιμάσω μια μακρόχρονη επιτόπια έρευνα. Τα πράγματα όμως παίρνουν ανεξέλεγκτη τροπή [1].
Ώρα: 7 το απόγευμα.
Παίζοντας με έναν ξάδελφό του με όπλα που τα νόμιζαν για άσφαιρα, ο Reinaldo Krahô, δεκατεσσάρων χρόνων, πέφτει νεκρός.
Ύστερα από αρκετή ώρα πηγαίνω στην καλύβα της οικογένειας. Τον έχουν ξαπλωμένο καταγής, στη μέση μιας μεγάλης αίθουσας, με το βλέμμα στραμμένο την ανατολή. Έχει ήδη παρέλθει η ώρα που, σύμφωνα με την πίστη των Krahô, η ψυχή (karõ) μπορεί να επιστρέψει στο σώμα. Του έχουν κόψει τα μαλλιά. Τον έχουν λούσει.
Γύρω του γυναίκες καθισμένες οκλαδόν, η μια πλάι στην άλλη, θρηνούν χαμηλόφωνα σε μια επαναλαμβανόμενη μελωδική γραμμή. Ανάμεσά τους η μητέρα. Τον σκεπάζει με ένα σεντόνι. Του μαλάζει τα δάχτυλα, την παλάμη του δεξιού χεριού. Αίφνης ξεσπάει σε λυγμούς και καταρρέει πάνω του. Οι υπόλοιπες την παίρνουν αγκαλιά.
Έχει νυχτώσει. Ανάβουν κεριά. Στο πρόσωπο του αγοριού πέφτει το άσπρο φως μιας λάμπας. Του βγάζουν το σεντόνι. Ξεκινάνε να τον στολίζουν. Κόκκινη βαφή από δέντρο jenipapo. Λευκά φτερά πουλιών.
Όσο περνάει η ώρα, η αίθουσα γεμίζει ασφυκτικά. Κάποια στιγμή μπαίνουν μέσα πέντε γέροντες. Ξεκινάνε ένα ρυθμικό τραγούδι, χτυπώντας σταθερά το δεξί πόδι στο έδαφος. Απέναντι όλο και περισσότερες γυναίκες τους συνοδεύουν κρατώντας το ίσο – με τα γόνατα ελαφρώς λυγισμένα, λικνίζοντας τα χέρια πίσω μπρος. Στο κέντρο γύρω από το σώμα συνεχίζεται το κλάμα. Ως το πρωί.



