Μαθητής λυκείου άκουσα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών τον καθηγητή φιλοσοφίας Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο. Μπήκε στο αμφιθέατρο βαδίζοντας προς την έδρα αργά, ελαφρά σκυφτός, με ανακατεμένα τα λευκά μαλλιά του. Οι φοιτητές τον χειροκρότησαν. Έτσι ήταν το έθος τότε.
Με συνεπήραν, όπως μιλούσε, η χροιά, ο τόνος και ο ρυθμός της φωνής του, οι κινήσεις του, οι παύσεις του, το βλέμμα του. Ενώ μας εξηγούσε τι είναι η ψυχή κατά τον Πλάτωνα, πήρε την κιμωλία. Γυρίζοντάς μας την πλάτη, χωρίς να σταματήσει να μιλάει, έγραψε πάνω στον πίνακα ένα σχήμα, για να γυρίσει μετά πάλι προς εμάς να μας μιλάει για την ψυχή κατά τον Πλάτωνα, ενώ, έχοντας τον πίνακα πίσω του, με το χέρι του έσερνε διάφορες γραμμές επάνω του.
Κάποια στιγμή γύρισε προς τον πίνακα. Έμεινε για λίγο σκεπτικός. Δείχνοντας το σχήμα με τις μπερδεμένες γραμμές αναφώνησε: «Να, κάπως έτσι είναι η ψυχή» – ένα κουβάρι. Ήταν ένα σκηνοθετημένο εκ μέρους του παιχνίδι!
Αυτό, είπα μέσα μου, θέλω να γίνω: καθηγητής φιλοσοφίας. Όχι όμως η στεγνή, αυστηρή, ξερακιανή ανθρώπινη φιγούρα πάνω στην έδρα που είχα στο μυαλό μου πριν. Κι έγινα αυτό που ήθελα να γίνω: καθηγητής φιλοσοφίας. Καθηγητής φιλοσοφίας και κάτι ακόμη όμως, που μου επιφύλαξε η τύχη.
Το 1993 οργάνωσα στο Παλιό Πανεπιστήμιο στην Πλάκα συνέδριο για τη σχέση φιλοσοφίας και μαγείας. Ολοκληρωνόταν με τη θεατρική παράσταση «Φάουστ» του Γκαίτε, σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαντζόπουλου, με τον Πέτρο Φυσούν, τον Σοφοκλή Πέππα και τη Δέσποινα Κούρτη στους κύριους ρόλους. Σε αυτή την παράσταση υποδυόμουν τον θεατρώνη.
Το χειροκρότημα στο τέλος της παράστασης μου θύμισε το χειροκρότημα για τον Θεοδωρακόπουλο. Η αίσθηση μιας κάποιας σχέσης μεταξύ δασκάλου και ηθοποιού αναδυόταν μέσα μου.



