Σε αυτό το συναπάντημα με τις τέσσερις μικρού μήκους ταινίες μου στη Δράμα συναντώ ξανά το δικό μου ξεκίνημα ως κινηματογραφιστή και τριάντα χρόνια αργότερα τα νέα βλέμματα κινηματογραφιστών. Νιώθω τιμή, ευγνωμοσύνη, μούδιασμα αλλά και απορίες.
Άραγε οι ταινίες μου αντέχουν στον χρόνο; Είχαν λόγο ύπαρξης; Οι θεματικές που τις χαρακτηρίζουν –όπως η απώλεια, το νερό, η φιγούρα της μητέρας, η νύχτα ανένοχου ερωτισμού– με τον τρόπο που τις κατέγραψα κινηματογραφικά από το 1995 έως το 1999, αφορούν τον κινηματογραφιστή ή το κοινό του 2026;
Πλέον, στα 58 μου σχεδόν, με την όποια καλή, μέτρια ή κακή διαδρομή 30 χρόνων θα είχα το κουράγιο να κάνω ξανά μικρού μήκους ταινία; Και αν ναι, οι δημιουργίες μου θα είχαν προβληματισμούς και ερωτική εκφορά όπως εκείνες της δεκαετίας του ’90;
Αυτά τα ερωτήματα σκεφτόμουν στη διάρκεια της προβολής των ταινιών την Τρίτη το βράδυ στο υπέροχο ανοιχτό σινεμά στη Δράμα, στον Αλέξανδρο. Και προσπαθώντας να απαντήσω μέσα μου σε όλα τα παραπάνω, θυμήθηκα την πρώτη μέρα γυρίσματος του Ένας ουρανός γεμάτος αστέρια.
Είχε προγραμματιστεί το πρώτο πρώτο γύρισμα να γίνει στο σπίτι του Μπάμπη Γιωτόπουλου στα Εξάρχεια. Θα γύριζα τρεις σκηνές. Πρώτα τη σκηνή της μητέρας με την Έρση Μαλικένζου. Μετά τη σκηνή του Ζωγράφου με τον Μπάμπη Γιωτόπουλο. Τέλος τη σκηνή της επιστολής της Μερόπης με την αγαπημένη Βαρβάρα Δούκα.
Είχαμε ανεβάσει την κάμερα. Είχαμε φορτώσει το σούπερ δεκαέξι φιλμ στην κάμερα. Είχα στήσει τον χώρο του καναπέ. Η Έρση ήταν έτοιμη με το μπλε ταγέρ. Μου λέει: «Χρήστο, δεν θέλω πρόβα. Να μην το αδειάσω. Θα το πάμε με τη μία…». Ο Παναγιώτης Ζαγανιάρης παίρνει τη θέση του ως γιος. Το συνεργείο δεν ξέρει τι θα συμβεί. Δεν έχει δει πρόβα και το σενάριο το είχε διαβάσει μόνο ο φωτογράφος, ο εξαιρετικός Γιώργος Ζαραφωνίτης, και ο ηχολήπτης, ο Κώστας Πουλατζάς που ήταν υπεύθυνος για το μπουμ και για να ακουστεί σωστά ο εξάλεπτος διάλογος.
Δεν υπήρχε μόνιτορ. Είχα πάρει τη θέση μου με το μάτι ακουμπισμένο στο βιζέρ. Ξεκινά η σκηνή. Η κάμερα ακίνητη πάνω στη φιγούρα της Μαλικένζου. Λέω «καλή αρχή, μοτέρ και πάμε…». Και τότε συμβαίνει.



