Γεννήθηκα στα μισά του 20ού αιώνα και παραμένω στην οδό Καλλιδρομίου, με ένα διάλειμμα περίπου 15 ετών στις ΗΠΑ. Αρχικά για σπουδές, στη συνέχεια ως καθηγητής στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.
Η οικογένεια του πατέρα μου ήρθε στη γειτονιά το 1922, ήταν πρόσφυγες από τη Σμύρνη. Ο παππούς μου Φίλιππος, εκ Σκύρου, μετανάστευσε στη Σμύρνη και παντρεύτηκε τη γιαγιά μου Όλγα. Έφτιαξε το επώνυμο Κοσμίδης από το όνομα του παππού του Κοσμά και το -ίδης, «γιος του…», που επέζησε από τα αρχαία. Έκαναν εννιά παιδιά και στα περισσότερα έδωσαν αρχαιοελληνικά ονόματα, συνήθεια των μορφωμένων Σμυρνιών. Ένα από τα παιδιά ήταν ο πατέρας μου Τηλέμαχος.
Ο πρώτος εξάδελφος του παππού μου, Δημητρός, επίσης Σκυριανός, εμπορεύτηκε μερικά χρόνια στην Οδησσό και την Ταγκαρόγκ (πατρίδα του Τσέχοφ). Ήταν σπουδαίες παροικίες Ελλήνων της εποχής. Πήρε το επώνυμο Φαλτάιτς από το όνομα του παππού του, Φάλταϊ, όνομα σκυριανό με ρωσική κατάληξη.
Κατόπιν πήγε στη Σμύρνη όπου παντρεύτηκε την Άννα, αδελφή της γιαγιάς μου. Το 1893 μετεγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Στις αρχές του 1900 έχτισαν το σπίτι τους στην εξοχή, κοντά στο λατομείο Στρέφη. Υπάρχει ακόμη, στη γωνία Έρσης – Ζωσιμαδών.
Με την Καταστροφή της Σμύρνης η οικογένεια του πατέρα μου ήλθε στο σπίτι της θείας και του θείου στα σημερινά Εξάρχεια. Έτσι έσμιξε η οικογένεια και δεν χάθηκε κανείς. Μετανάστες και πρόσφυγες συνηθίζουν να συγκλίνουν στην ίδια περιοχή με συγγενείς και συντοπίτες. Η οικογένεια ανέκαμψε οικονομικά σε λίγα χρόνια και ο πατέρας μου με τα αδέλφια του έχτισαν το 1928 την οικογενειακή τους στέγη στην οδό Καλλιδρομίου και Δρυάδων.
Περίπου δέκα χρόνια αργότερα, διακόσια μέτρα πιο κάτω, ο πατέρας μου έχτισε το δικό του σπίτι. Η άδεια γράφει Νεάπολη. Το όνομα Εξάρχεια καθιερώθηκε σταδιακά, χρόνια μετά την κατασκευή της πλατείας το 1965.



