Βαδίζοντας στα μονοπάτια που χάραξε η Dian Fossey, εκεί όπου η ομίχλη αγκαλιάζει τα βουνά και η σιωπή έχει βάρος, ένιωθα πως κάθε βήμα με έφερνε πιο κοντά σε ένα όνειρο που γεννήθηκε πολύ πριν καταλάβω τι σημαίνει ταξίδι.
Από τότε που ήμουν παιδάκι στο σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη και είχα «κολλήσει» με την πρώτη ταινία που με σημάδεψε –Γορίλες στην oμίχλη– και με κάθε ντοκιμαντέρ του National Geographic που έβλεπα με κομμένη την ανάσα.
Δεν μεγάλωσα με κινούμενα σχέδια. Μεγάλωσα με εικόνες άγριας φύσης. Mε βλέμματα ζώων που μιλούσαν χωρίς λέξεις. Mε έναν κόσμο που πάντα κάτι μέσα μου ήθελε να αγγίξει.
Η Ουγκάντα δεν ήταν απλώς ένας προορισμός. Ήταν η απάντηση σε μια παιδική έλξη που δεν έσβησε ποτέ.
Η πεζοπορία για την αναζήτηση των γοριλών ξεκινά πριν ακόμη μπεις στο δάσος. Ξεκινά από τη στιγμή που συνειδητοποιείς πως δεν πας να «δεις» κάτι, αλλά να γίνεις για λίγο κομμάτι του.
Περνάς από μια σύντομη εκπαίδευση όχι για να μάθεις τι να κάνεις, αλλά για να θυμηθείς πώς να σέβεσαι. Εκεί εσύ είσαι ο καλεσμένος.
Η ανάσα σου κόβεται από την πρώτη ανηφόρα μέχρι τη στιγμή που η ζούγκλα ανοίγει. Και τότε η ματιά σου συναντά το βλέμμα ενός γορίλα. Δεν υπάρχει κάγκελο, δεν υπάρχει τζάμι, δεν υπάρχει απόσταση. Μόνο εσύ, εκείνος και η οικογένειά του, μες στο σπίτι τους.
Ο χρόνος παγώνει. Το δέος σε περιβάλλει. Καταλαβαίνεις πως όσα κι αν έχεις δει, όπου κι αν έχεις ταξιδέψει, αυτή η εμπειρία στέκεται μόνη της στην κορυφή.
Υπάρχουν ταξίδια που τα θυμάσαι για πάντα. Και υπάρχουν ταξίδια που σε αλλάζουν. Το ταξίδι στην Ουγκάντα συνδυάζει και τα δύο.



