Η ώρα είναι 07.30 το πρωί. Η ημερομηνία 11/9/2025. Μέσα στην καρδιά του Φεστιβάλ της Δράμας. Αναρωτιέμαι, πως ξεκίνησαν όλα. Πως ξεκίνησε το ταξίδι της ταινίας «σμύριδα, μάρμαρο και αμπέλι». Πως βρεθήκαμε το καλοκαίρι του ‘24 στη Νάξο, μια μικρή παρέα φίλων, να προσπαθούμε να απεικονίσουμε κινηματογραφικά μια πραγματικότητα που ούτε εμείς γνωρίζαμε.
Τα μελίσσια του Γαβριήλ, τ’ αμπέλια του Κωνσταντίνου, οι εργασίες στην παλιά γειτονιά από τον κύριο Μουστάκη και οι διηγήσεις του Ψαρροστέφανου. Ιστορίες φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους, αλλά με έναν κοινό παρονομαστή. Την ανάγκη της αδιάκοπης πάλης και το βάρος της επιλογής να πηγαίνεις κόντρα στο κυρίαρχο ρεύμα.
Στην εποχή που οι αρχές συνιστούν στους κατοίκους των νησιών να μην βγαίνουν έξω, καθώς ενοχλούν τους τουρίστες, που τα νησιά δεν έχουν νερό, αλλά χτίζονται πισίνες, θα υπάρχουν πάντα κάποιοι σαν αυτούς τους ανθρώπους να μας θυμίζουν ότι η εποχή μας δεν έχει ακόμα σαπίσει. Αλλά όλα τα παραπάνω είναι η εκάστοτε συνθήκη. Η γενεσιουργός δύναμη είναι το σινεμά. Άρα μάλλον από εκεί ξεκίνησαν όλα το καλοκαίρι του ‘24 στη Νάξο.
Θυμάμαι την τελευταία μέρα των γυρισμάτων. Μας προβλημάτιζε το ότι παρότι είχαμε τις ιστορίες και τις συνεντεύξεις που θέλαμε, δεν είχαμε αρκετά πλάνα από τη Νάξο. Την περίοδο εκείνη, υπήρχε και μπόλικη αφρικανική σκόνη, που έκανε το τοπίο λίγο απόκοσμο.
Ενώ είχαμε μαζέψει και ήμασταν στο βαν για το δρόμο της επιστροφής, με μένα αποκοιμισμένο στο μπροστινό κάθισμα του συνοδηγού, το βαν ξαφνικά σταματάει. Βλέπω τους συνεργάτες μου να κατεβαίνουν και να στήνουν ξανά την κάμερα. Από τα βάθη της θάλασσας, ερχόταν ένα κρουαζιερόπλοιο.



