Στις παραλίες της ανατολικής Αττικής τα καλοκαίρια ήταν σχεδόν ακινητοποιημένα. Γεμάτες από προχειροκτισμένα μα νομιμοποιημένα ορθογώνια κουτιά με δυο δωμάτια. Πανομοιότυπες προκάτ τροχοβίλες σαν ρωσικές «ντάτσες». Χαμηλές μονοκατοικίες με αψεγάδιαστες καμάρες για να αποπνέουν «νησιωτική» ψευδαίσθηση.
Τα πεύκα με τη σταθερή μυρωδιά του ρετσινιού και των βελόνων τους, η αλατισμένη πάχνη από την παραλία, οι ξύλινες κολώνες της ΔΕΗ και οι χωμάτινοι δρόμοι συνηγορούσαν στο αιώνιο πάγωμα της ημερομηνίας, του έτους και της ώρας.
Όσο περισσότερο χρόνο παραθέριζες στον Άγιο Νικόλαο (της Αρτέμιδας, για εμάς «Λούτσας») τόσο η ζωή σου γινόταν κτήμα μιας σιωπηλής και απροσδιόριστης ρουτίνας. Η οποία ακόμη και στα μάτια ενός παιδιού φαινόταν πιεστική.
Πόσο ποδήλατο να κάνεις; Πόσες μπίρες να αγοράσεις για τον παππού σου από το μπακάλικο της Σερέταινας; Πόσο θα πίεζες τους γονείς σου, σπάζοντάς τους τα νεύρα κάθε μεσημέρι από τα χρούτσου χρούτσου, να σου αγοράσουν νέα Μίκυ Μάους; Η τηλεόραση έπιανε και δεν έπιανε.
Όλα ακολουθούσαν μια νομοτελειακή ακολουθία και κατέληγαν σε μια ανερυθρίαστη απραξία. Με εξαίρεση τις ημέρες της Μαριλένα». Ήταν ο συνοικιακός θερινός κινηματογράφος μας.
Με τη γονική βούλα σπεύδαμε σαν τα λεφούσια, λες και ήμασταν μια τεράστια και αγαπημένη γειτονιά. Άλλοι με τη γιαγιά, άλλοι με τους γονείς και κάποιοι με τις μεγάλες αδελφές τους, δυο δρόμους παραδίπλα.
Εκεί σε υποδεχόταν ο μπερντές. Ένα μαύρο σκοτεινό χοντρό πανί που διαχώριζε το ασβεστωμένο με σχέδια πεζοδρόμιο και την κατάλευκη μάντρα του θερινού σινεμά. Μόλις τον προσπερνούσες, χαλίκι και πατατάκια ΚΡΑΚ ρίγανη και καρέκλες με πλαστικό πλέγμα για να βυθίζεσαι και να μπερδεύεσαι μαζί με το βλέμμα σε ό,τι σχηματιζόταν στο λευκό πανί.
Αλλά εγώ δεν καταλάβαινα. Ήξερα να διαβάζω, μα οι υποτιτλισμένες κινηματογραφικές ταινίες με τους γρήγορους διαλόγους με έκαναν να μπουρδουκλώνομαι. Πάντα έσκυβα στον εκάστοτε συνοδό μου για βοήθεια.



