Η ανασκαφή είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται μόνο μια φορά από όσους πήραν μέρος στην πραγματοποίησή της. Πρόκειται για διαδικασία μαγική, ιδιαίτερα όταν γίνεται στην ύπαιθρο, σε τόπους έρημους και σιωπηλούς, όπου μόνο ο θόρυβος του κασμά και του καροτσιού ακούγονται μαζί με τις κουβέντες του συνεργείου που διηγείται ιστορίες σκάβοντας.
Αυτή την αίσθηση που απόλαυσα για πάνω από είκοσι καλοκαίρια στην αρχαία Πύδνα ανακαλώ συχνά με ευγνωμοσύνη, γνωρίζοντας ότι υπήρξα ευτυχισμένη. Μου δόθηκε η χάρη να αποκαλύψω τμήματα του βυζαντινού οικισμού και τη μεσοβυζαντινή επισκοπή, αντικρίζοντας από τον λόφο του βυζαντινού κάστρου τη θάλασσα, τη Θεσσαλονίκη και τις κορυφογραμμές του Ολύμπου.
Το τοπίο, παρά τις αλλοιώσεις που έχει υποστεί, διατήρησε αρκετά στοιχεία από εκείνα που έβλεπαν οι παλιοί κάτοικοι και προσπαθούσα να το ανασυνθέσω διαβάζοντας τις πληροφορίες των περιηγητών και εντρυφώντας στα γνωστά από τους ιστορικούς γεγονότα.
Όμως η αρχαία Πύδνα ήταν άφαντη και ας την έψαχνε μεθοδικά ο συνάδελφος Μάνθος Μπέσιος, γιατί εκτός από τη λεηλασία των Ρωμαίων μετά την ομώνυμη μάχη του 168 π.Χ., το οικοδομικό υλικό της αρχαίας πόλης χρησιμοποιήθηκε για την ανοικοδόμηση των χριστιανικών βασιλικών, του βυζαντινού κάστρου, αλλά και του νεότερου οικισμού. Μόνο οι τάφοι δεν ήταν δυνατό να λεηλατηθούν και ο Μάνθος έβρισκε πολλούς με μοναδικά ευρήματα, επειδή οι κάτοικοι της Πύδνας ευημερούσαν.
Ένας μικρός τοίχος με παράξενη τοιχοποιία που εντόπισα μια Κυριακή που επισκεφτήκαμε οικογενειακά τον Μακρύγιαλο, τον οικισμό που ιδρύθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα κοντά στα ερείπια της αρχαίας πόλης, ήταν η αφορμή. Ζήτησα από την αείμνηστη προϊσταμένη μου Ευτυχία Κουρκουτίδου-Νικολαΐδου μια μικρή χρηματοδότηση για να το ερευνήσω. Όλα λοιπόν άρχισαν τον Ιούλιο του 1983 χάρη στη γενναιόδωρη συναίνεσή της.



