Το καλοκαίρι του 2005 βρέθηκα στο Καράκας, σε μια πόλη που έβραζε. Όχι μόνο από τη ζέστη και την υγρασία, αλλά και από μια ιστορική αίσθηση ότι κάτι κινείται. Συμμετείχα στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών, μαζί με πάνω από 13.000 νέους απ’ όλο τον κόσμο. Για τους περισσότερους από εμάς η Βενεζουέλα του Τσάβες δεν ήταν απλώς μια ακόμη «προοδευτική κυβέρνηση». Ήταν ένα πείραμα ρήξης σε μια ήπειρο λεηλατημένη από τον ιμπεριαλισμό, τις δικτατορίες και τη φτώχεια.
Πράγματι, όσα είδα τότε δεν μπορούν να διαγραφούν εύκολα από τη μνήμη. Οι «μισιόνες» που έσπασαν τον αναλφαβητισμό, οι Κουβανοί γιατροί στις φαβέλες, η αξιοπρέπεια ανθρώπων που για πρώτη φορά ένιωθαν ότι η πολιτική τους αφορά. Το τσαβικό κίνημα δεν ήταν κατασκευή γραφείων. Πατούσε σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και σε βαθιά αντι-ιμπεριαλιστική διάθεση. Γι’ αυτό χτυπήθηκε λυσσαλέα από τις ΗΠΑ και την εγχώρια αστική τάξη, με αποκορύφωμα το πραξικόπημα του 2002.
Ωστόσο, παράλληλα με τον ενθουσιασμό υπήρχε και κάτι που «έτριζε». Ως μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της εφημερίδας ΠΡΙΝ τότε πήρα μια σειρά συνεντεύξεων από υπουργούς και στελέχη της κυβέρνησης. Εκεί φαινόταν καθαρά η αντίφαση: από τη μια η ρητορική για σοσιαλισμό και λαϊκή εξουσία, από την άλλη ο φόβος για κάθε πραγματικό αντικαπιταλιστικό άλμα. Το κράτος άλλαζε πρόσωπο, αλλά οι βασικές σχέσεις εξουσίας έμεναν ανέγγιχτες.
Η πιο καθαρή και έντιμη αποτύπωση αυτής της αντίφασης ήρθε από μια απρόσμενη συνέντευξη. Ο Τζερόνιμο Καρέρα, 83 ετών τότε, ιστορικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Βενεζουέλας και υπεύθυνος του γραφείου Τύπου του, με υποδέχτηκε με ιστορίες από την Πράγα του 1947 και συνθήματα για τον Ζαχαριάδη και τον Βαφειάδη! Αρχέτυπο κομμουνιστή της Τρίτης Διεθνούς, χωρίς αυταπάτες.



