Skip to content
Home » News » Ανακαλύπτοντας ξανά τον κόσμο (και μερικούς εφιάλτες) περπατώντας

Ανακαλύπτοντας ξανά τον κόσμο (και μερικούς εφιάλτες) περπατώντας

    Ανακαλύπτοντας ξανά τον κόσμο (και μερικούς εφιάλτες) περπατώντας

    Published

    Ανακαλύπτοντας ξανά τον κόσμο (και μερικούς εφιάλτες) περπατώντας

    Published
    Η Έλενα Χουσνή γράφει για το πώς οι περιπατητικές περιπλανήσεις της στη Θεσσαλονίκη την έκαναν να ανακαλύψει –και να ξεπεράσει– τους εφιάλτες της

    Πάντα περπατούσα πολύ. Παιδί, αναζητώντας περιπέτειες στα χωράφια πέριξ του χωριού, αργότερα στις τούμπες, τις σπηλιές που βρίσκονται σε διάταξη κοντά στην Πέλλα.

    Περπατούσα στη Θεσσαλονίκη ως φοιτήτρια –πώς γίνεται να μην την περπατάς;–, στην Αθήνα πολλές φορές από ανάγκη και στους τόπους διακοπών από περιέργεια για να ανακαλύψω τις γωνιές και τις όψεις που δεν είναι προφανείς.

    Κάποτε έπαψα να περπατώ. Όλα τα δρομολόγια έγιναν στερεοτυπικά. Προς τη δουλειά με αμάξι, πίσω με αμάξι, στο σουπερμάρκετ το ίδιο. Ξέχασα πώς είναι να βλέπεις τον κόσμο όχι από την αποσπασματική οπτική γωνία του εποχούμενου, μα από την πανοραμική του περιπατητή.

    Ξέχασα και πώς είναι να νιώθεις τις μυρωδιές στο ακέραιο, τις φθορές των κτιρίων στη λεπτομέρειά τους, τους κήπους σε όλη τη μεγαλοπρέπειά τους την άνοιξη, την μπόχα κάποιας σπασμένης αποχέτευσης ή ενός ψοφιμιού χαμένου στα αγριόχορτα των εγκαταλειμμένων οικοπέδων.

    Νομίζω ότι εκείνα τα χρόνια που δεν περπατούσα έχασα κάτι από τη γνώση μου για τον κόσμο. Οι πληροφορίες, μισές και λαβωμένες από το παρμπρίζ του αυτοκινήτου, έγιναν κάτι σαν την ημιτελή επικοινωνία της εποχής. Σκόρπιες λέξεις, απέραντοι μονόλογοι και κάτι κατηγόριες για όσα πάνε στραβά. Τα φανάρια που δεν λειτουργούν, τον μπροστά που πηγαίνει πολύ αργά, τον απέναντι που τρέχει πολύ, το μποτιλιάρισμα από τα διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα.

    Όλες οι εικόνες μου έγιναν κομμάτι ενός κυκλοφοριακού ρεπερτορίου. Ξεκινούσαν και σταματούσαν στην οδηγική συμπεριφορά, στους απρόσεκτους πεζούς, τους επικίνδυνους ποδηλάτες. Σαν να ξύπνησα μες στον ΚΟΚ και να έμεινα εκεί μετρώντας τα άρθρα του και τις παραβιάσεις του.

    Δεν θυμάμαι πώς έγινε και ξεκίνησα πάλι να περπατώ. Ή μάλλον ξέρω. Με παρότρυνση γιατρού. Για το αυχενικό. Λίγο κάθε μέρα στην αρχή, μου είπε, κι έπειτα πέντε χλμ. τη μέρα. Πέντε χλμ. άσκοπης περιπλάνησης μου φάνηκαν γολγοθάς. Μα ξεκίνησα.

    Νομίζω ότι εκείνα τα χρόνια που δεν περπατούσα έχασα κάτι από τη γνώση μου για τον κόσμο

    Δειλά, με λίγα νεύρα, απόλυτα προσηλωμένη σε όσα είχα μάθει μέχρι τότε. Στα αυτοκίνητα, στο μποτιλιάρισμα, στους ποδηλάτες.

    Δεν ξέρω πώς έγινε και ύστερα από μέρες το βλέμμα έφυγε από το οδόστρωμα και τα συμπαρομαρτούντα του και πήγε αλλού. Στους περιβόλους των σπιτιών, στα αετώματα παλιών αρχοντικών και ξανά –όπως κάποτε– στους κήπους, στις ξεχαρβαλωμένες πόρτες, τις γάτες που προκλητικά λιάζονται δίνοντας την αίσθηση πως όλη τους η ζωή είναι μια ακινησία πριν από το μεγάλο σάλτο μορτάλε.

    Ξανοίχτηκα. Έφυγα από τα σύνορα της πόλης. Βγήκα σε χωματόδρομους, περπάτησα στον περιφερειακό του Βαθιού, είδα την πόλη από ψηλά, τον κόλπο με όλους τους καιρούς και τους χρωματισμούς.

    Κάποτε σε μια στάση, κοιτώντας αφηρημένα τα πετρώματα δίπλα στον δρόμο, αντίκρισα απόκοσμες φιγούρες να με κοιτούν, βγαλμένες θαρρείς από τους πιο τρομακτικούς εφιάλτες μου.

    «Τι θέλετε;» επιχείρησα να τις ρωτήσω, μα  εκείνες βλοσυρές συνέχισαν το πέτρινο μειδίαμά τους. Τότε κατάλαβα πως μόνο όταν περπατάς μπορεί να συναντήσεις τους εφιάλτες σου. Και να τους προσπεράσεις…

    banner_300_250
    Έλενα Χουσνή
    Η Έλενα Χουσνή είναι συγγραφέας

    Κεντρική φωτογραφία
    Έλενα Χουσνή

    ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS

    MORE SHORT STORIES