Skip to content
Home » Η μέρα που οι Γερμανοί ξερίζωσαν τους Εβραίους από τα Γιάννενα

Η μέρα που οι Γερμανοί ξερίζωσαν τους Εβραίους από τα Γιάννενα

    Η μέρα που οι Γερμανοί ξερίζωσαν τους Εβραίους από τα Γιάννενα

    Published
    Μέλη της εβραϊκής κοινότητας των Ιωαννίνων περιμένουν τα στρατιωτικά οχήματα των Γερμανών. Το ταξίδι στον όλεθρο ξεκινά

    Η μέρα που οι Γερμανοί ξερίζωσαν τους Εβραίους από τα Γιάννενα

    Published
    Μέλη της εβραϊκής κοινότητας των Ιωαννίνων περιμένουν τα στρατιωτικά οχήματα των Γερμανών. Το ταξίδι στον όλεθρο ξεκινά
    Η Ζανέτ Ναχμία αφηγείται τα γεγονότα της 25ης Μαρτίου 1944, όταν οι Γερμανοί συγκέντρωσαν την εβραϊκή κοινότητα των Ιωαννίνων για να την οδηγήσουν στα στρατόπεδα μαζικής εξόντωσης

    Παρασκευή βράδυ, 24 Μαρτίου. Είχε έρθει το βράδυ ένα υδροπλάνο και προσγειώθηκε στη λίμνη. Κι έτρεχαν, θυμάμαι, όλος ο κόσμος να το δουν. Κι εμένα δεν με άφησε η μαμά μου να πάω. «Τι γυρεύεις εσύ κορίτσι πράγμα να πηγαίνεις σε τέτοια πράγματα;». Δεν με άφησε. Ήμουν 19 χρόνων. Μέχρι τότε δεν είχαμε κανένα σημάδι κακό. Αυτό το υδροπλάνο είχε φέρει τη διαταγή να μας διώξουν.

    Την άλλη μέρα, 25 Μαρτίου του ’44, ήταν Σάββατο πρωί. Ξυπνήσαμε κι ακούμε φωνές. Φωνές απ’ τ’ άλλα σπίτια. Έως να συνέλθουμε απ’ τον ύπνο να δούμε τι συμβαίνει, ακούμε χτυπήματα και στη δική μας πόρτα. Ήταν κι απ’ την αστυνομία… Έλληνες. Τι να ’καναν; Τους πήραν οι Γερμανοί. Αυτοί δεν ήξεραν να μας μιλήσουν.

    Ανοίγει ο πατέρας μου την πόρτα. «Τι είναι» λέει, «τι συμβαίνει;». «Γρήγορα» του λέει, «σε μισή ώρα σας διώχνουν οι Γερμανοί. Μαζέψτε τι θα πάρετε και θα φύγετε». Ο αδελφός μου ήταν πολύ θαρραλέος. «Μην τα χάνετε, μην κλαίτε. Δεν είναι ώρα για κλάματα. Μάστε τίποτα σκεπάσματα, τίποτα ρούχα. Τι καταλαβαίνετε εσείς οι γυναίκες που θα χρειαστείτε».

    Ο πατέρας μου είχε τ’ αυγά για το Πάσχα. Κόντευε το Πάσχα. Κι ήταν άβραστα. Γέμισε τη στάχτη στο μαγκάλι με πετρέλαιο, τ’ άναψε, τα πήρε και τα ’ριξε σε μια κατσαρόλα και τα ’βρασε. Ο άλλος ο αδελφός μου ο Γκέλης πήρε τις ματσόθ (άζυμο ψωμί) που ’χαμε φυλαγμένες και τις έτριψε. Και τις έβαλε και στις μαξιλαροθήκες για να πάρουμε. Πήρε και το φαγητό από το Σαμπάθ.

    Εγώ ήμαν μικρή. Τα ’χα χάσει. Ετοίμασα τίποτα ρούχα με τη μητέρα μου, αυτά τα πανιά που χρειαζόμαστε για την περίοδο, λίγα ασπρόρουχα, καμιά κουβέρτα. Ό,τι μπορέσαμε. Και τα δέσαμε μπόγο. Σε μισή ώρα ήμασταν έτοιμη όλη η οικογένεια. Φύγαμε απ’ το σπίτι.

    Ανοίγει ο πατέρας μου την πόρτα. «Τι συμβαίνει;» λέει. «Γρήγορα» του λέει, «σε μισή ώρα σας διώχνουν οι Γερμανοί. Μαζέψτε τι θα πάρετε και θα φύγετε»

    Οι γείτονες μας είδανε και κλαίγανε. Πρόλαβα και πήγα στην ντουλάπα και πήρα όλα τα ρούχα μ’ τα καλά και τα πήγα σε μια γειτόνισσα, στην κυρα-Κλεονίκη. «Πάρ’ τα» της λέω, «αν γυρίσω, καλώς, αν δεν γυρίσω…». Δεν είχε αυτή κορίτσια. Είχε δυο γιους. Ήταν καλή κυρία. Δεν ξέρω τι ήταν ο άντρας της. Εισαγγελέας; Κλειδώσαμε και πήραμε μαζί μας το κλειδί.

    Κι ήταν μια μέρα εκείνη την ημέρα! Οργισμένη. Να φυσάει ένας αέρας και να χιονίζει και να κάνει ένα κρύο. Κι εμείς, ένας πίσω τον άλλον… Μας μάζεψαν απάνω στην κορυφή απ’ το Κάστρο. Έχει ένα μέρος λίγο πιο ψηλό. Κι εκεί είναι το μουσείο. Εκεί μας μάζεψαν. Έχει μια πλατεία μεγάλη. Κι από κάτ’ φαίνεται η λίμνη. Καθόμασταν και περιμέναμε. Χιόνιζε και φυσούσε. Ήμασταν σκεπασμένοι με τις κουβέρτες. Μη ρωτάς.

    Ύστερα από δυο τρεις ώρες που καθίσαμε εκεί ήρθαν οι Γερμανοί με τα στρατιωτικά αυτοκίνητα και μας μάζεψαν. Μας έβαλαν στα στρατιωτικά αυτοκίνητα με φωνές: «Schnell, κακούργοι, καταραμένοι, verfluchte Jude». Από κει μας πήραν οι Γερμανοί με τα στρατιωτικά αυτοκίνητα και μας πήγαν στη Λάρισα. […]

    Ακριβώς τη μέρα που γύρισα στα Γιάννενα δεν τη θυμάμαι. Πάντως έφτασα απόγευμα. Και είδα τον αδελφό μου από μακριά. Με αραιά τα μαλλιά του. Έτσι μ’ έπιασε μια συγκίνηση. Κι εκείνος με πήρε αγκαλιά. «Μη φοβάσαι, αδελφούλα μου» μου λέει, «εμείς οι δυο μείναμε. Δόξα σοι ο θεός που μείναμε κι εμείς».

    •••

    Η Ζανέτ Ναχμία γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1925 από τον Χαΐμ και τη Ρεβέκκα, το γένος Μορδοχάι. Η οικογένεια είχε έξι παιδιά και ζούσε μες στο Κάστρο, απέναντι από τη συναγωγή. Ο πατέρας της διατηρούσε ταβέρνα. Η Ζανέτ πήγε σχολείο μέχρι την πέμπτη δημοτικού στην Alliance Israélite Universelle και στη συνέχεια σταμάτησε για να βοηθάει τη μητέρα της στις δουλειές του νοικοκυριού τους. Τον Μάρτιο του 1944 οι Γερμανοί συνέλαβαν όλη την οικογένεια που εκτοπίστηκε στο Άουσβιτς – Μπιρκενάου. Η Ζανέτ πέρασε από μια σειρά στρατοπέδων, το Μαουτχάουζεν, το Γκελενάου κ.ά. Επίσης για ένα διάστημα υποχρεώθηκε σε καταναγκαστική εργασία σε εργοστάσιο στο Μπρεσλάου. Από όλη την οικογένεια επιβίωσε μόνο η ίδια και ο μεγαλύτερος αδελφός της Μιχαέλ. Μετά την απελευθέρωση επέστρεψε στα Γιάννενα και παντρεύτηκε τον Ισραέλ Τσίτο, επίσης επιζήσαντα των στρατοπέδων, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Ζει έως σήμερα στα Γιάννενα.

    banner_300_250
    Ζανέτ Ναχμία
    Η Ζανέτ Ναχμία εκτοπίστηκε στο Άουσβιτς – Μπιρκενάου. Πέρασε από μια σειρά στρατοπέδων, όπως το Μαουτχάουζεν, το Γκελενάου κ.ά.

    Αποσπάσματα της συνέντευξης
    στη Φερμόζα Κοέν το 1998

    Κεντρική φωτογραφία
    Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος

    Πορτρέτο
    Άρτεμις Αλκαλάη

    ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS

    MORE SHORT STORIES

    Nikos Mastrochristos_με τον γιο ενός επιζώντα του Άουσβιτς στην Οβριακή της Ρόδου
    Short

    Με τον γιο ενός επιζώντα του Άουσβιτς στην «Οβριακή» της Ρόδου

    Ο ξεναγός Νίκος Μαστροχρήστος γράφει στο Short Stories για τη συγκλονιστική συνάντηση που είχε πριν από τέσσερα χρόνια με τον γιο ενός επιζώντα από το Άουσβιτς Ρόδιου Εβραίου, που ταξίδεψε στη Ρόδο για να γνωρίσει την πατρίδα του πατέρα του